Πόσο κοστίζει μια έδρα στο Κογκρέσο;

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026 εξελίσσονται σε μια αναμέτρηση δισεκατομμυρίων - Τα ποσά - ρεκόρ, το όριο των 3.500 δολαρίων και οι super PACs

Εκλογές ΗΠΑ

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026 εξελίσσονται σε μια αναμέτρηση δισεκατομμυρίων. Λίγοι αλλά πανίσχυροι δωρητές, δίκτυα super PACs και ο Έλον Μασκ, ο μεγαλύτερος ιδιώτης χρηματοδότησης της τρέχουσας εκλογικής περιόδου, βρίσκονται στο επίκεντρο μιας εκλογικής μάχης όπου το χρήμα παίζει όλο και μεγαλύτερο ρόλο.

Ποσά-ρεκόρ 

Τα ποσά που θα διατεθούν για την προβολή των υποψηφίων και των κομμάτων, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, αναμένεται να αγγίξουν το ποσό-ρεκόρ των 11,6 δισ. δολαρίων, σύμφωνα με την AdImpact. Το ποσό ξεπερνά τόσο τα 8,9 δισ. δολάρια των ενδιάμεσων εκλογών του 2022 όσο και τα 11,2 δισ. δολάρια του προεδρικού εκλογικού κύκλου του 2024.

Η παραδοσιακή τηλεόραση εξακολουθεί να συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μερίδιο της εκλογικής διαφημιστικής πίτας, με το σχετικό ποσό να εκτιμάται στα 5,6 δισ. δολάρια. Παράλληλα, η διαφήμιση μέσω συνδεδεμένων τηλεοράσεων (Connected TV – CTV) και συσκευών streaming αναμένεται να απορροφήσει άλλα 2,7 δισ. δολάρια. Την ίδια ώρα, οι ψηφιακές πλατφόρμες κερδίζουν ολοένα μεγαλύτερο έδαφος.

Η απάντηση, πάντως, στο ερώτημα «πόσο κοστίζει μια έδρα στο Κογκρέσο;» δεν είναι μονοσήμαντη. Μια θέση στη Βουλή των Αντιπροσώπων, τη διεκδικεί κάποιος σε μία μόνο εκλογική περιφέρεια, ενώ για μια έδρα στη Γερουσία η αναμέτρηση διεξάγεται σε ολόκληρη την πολιτεία. Επιπλέον, τα χρήματα που συγκεντρώνει και διαθέτει ένας υποψήφιος δεν αποτυπώνουν το σύνολο των πόρων που κινητοποιούνται για την εκλογή του. Στην προεκλογική μάχη παρεμβαίνουν επίσης κόμματα, πολιτικές επιτροπές και ανεξάρτητες οργανώσεις, με δικές τους χρηματοδοτήσεις και διαφημιστικές καμπάνιες.

Σύμφωνα με στοιχεία του Public Citizen, οι υποψήφιοι που κέρδισαν στις εκλογές του 2020 για τη Βουλή των Αντιπροσώπων δαπάνησαν κατά μέσο όρο 2,4 εκατ. δολάρια ο καθένας. Για τους νικητές της Γερουσίας, το αντίστοιχο ποσό πλησίασε τα 27 εκατ. δολάρια.

Τα ποσά ξεφεύγουν κατά πολύ από τον μέσο όρο στις εκλογικές περιφέρειες όπου η μάχη για την έδρα είναι αμφίρροπη. Το 2024, ο Γιουτζίν Βίντμαν, υποψήφιος των Δημοκρατικών στην 7η εκλογική περιφέρεια της Βιρτζίνια, συγκέντρωσε περίπου 18,1 εκατ. δολάρια για την εκστρατεία του. Ο Ρεπουμπλικανός αντίπαλός του, Ντέρικ Άντερσον, συγκέντρωσε μόλις 3,4 εκατ. δολάρια.

Στη Γερουσία, τα ποσά ανεβαίνουν ακόμη περισσότερο. Στο Μέιν, η δαπάνη για την αναμέτρηση της Ρεπουμπλικανής Σούζαν Κόλινς με τον Δημοκρατικό Τρόι Τζάκσον εκτιμάται σε περίπου 199 εκατ. δολάρια. Στο ποσό περιλαμβάνονται οι καμπάνιες των δύο υποψηφίων, αλλά και εκείνες των οργανώσεων που παρεμβαίνουν στην εκλογική μάχη, σύμφωνα με στοιχεία της AdImpact.

Εκλογές ΗΠΑ

Ισχύει ο κανόνας «όποιος ξοδεύει περισσότερο, κερδίζει»;

Η συγκέντρωση μεγάλων χρηματικών ποσών δίνει σημαντικό πλεονέκτημα σε έναν υποψήφιο. Του επιτρέπει να κάνει περισσότερη διαφήμιση, να οργανώσει καλύτερα την κινητοποίηση των ψηφοφόρων, να στελεχώσει την εκστρατεία του και να αξιοποιήσει επικοινωνιακά εργαλεία που κοστίζουν ακριβά.

Τα πράγματα, ωστόσο, δεν είναι τόσο απλά όσο υποδηλώνει ο κανόνας «όποιος ξοδεύει περισσότερο, κερδίζει». Οι υποψήφιοι που θεωρούνται ήδη ισχυροί προσελκύουν ευκολότερα δωρεές, ενώ οι εν ενεργεία βουλευτές έχουν συνήθως πιο ισχυρά και δοκιμασμένα δίκτυα χρηματοδότησης. Έτσι, το χρήμα δεν είναι μόνο ένα όπλο στην προεκλογική μάχη, αλλά και μια ένδειξη της πολιτικής ισχύος που έχει ήδη αποκτήσει ένας υποψήφιος.

Για έναν ανεξάρτητο υποψήφιο ή κάποιον που μπαίνει για πρώτη φορά στην πολιτική, το εμπόδιο είναι ακόμη μεγαλύτερο. Πρέπει πρώτα να χτίσει από το μηδέν ένα δίκτυο χρηματοδοτών, προτού μπορέσει να σταθεί απέναντι σε αντιπάλους με ήδη εξασφαλισμένους πόρους. Δεν είναι τυχαίο ότι η αναζήτηση χρηματοδότησης έχει γίνει σχεδόν δεύτερη δουλειά για τους υποψηφίους, απορροφώντας πολύτιμο χρόνο από την ίδια την προεκλογική τους εκστρατεία.

Το όριο των 3.500 δολαρίων και οι super PACs

Ο αμερικανικός νόμος βάζει όριο στο ποσό που μπορεί να δωρίσει ένα φυσικό πρόσωπο απευθείας σε έναν υποψήφιο: 3.500 δολάρια ανά εκλογική αναμέτρηση. Πώς γίνεται, λοιπόν, ορισμένοι χρηματοδότες να ρίχνουν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια στην εκλογική μάχη;

Η απάντηση βρίσκεται στις super PACs. Πρόκειται για επιτροπές πολιτικής δράσης που μπορούν να συγκεντρώνουν απεριόριστα ποσά από ιδιώτες, επιχειρήσεις και άλλους φορείς και να τα διαθέτουν σε ανεξάρτητες διαφημιστικές καμπάνιες υπέρ ή ακόμη και κατά υποψηφίων. Υπάρχει, ωστόσο, ένας βασικός περιορισμός. Δεν μπορούν να συνεργάζονται απευθείας με τα επιτελεία των υποψηφίων που στηρίζουν.

Ο δρόμος για τη δημιουργία και την εξάπλωσή τους άνοιξε το 2010, με δύο δικαστικές αποφάσεις. Η πρώτη, η Citizens United v. FEC, εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ και επέτρεψε απεριόριστες ανεξάρτητες πολιτικές δαπάνες από επιχειρήσεις και συνδικάτα. Λίγους μήνες αργότερα, η απόφαση SpeechNow.org v. FEC από ομοσπονδιακό εφετείο άνοιξε τον δρόμο για τη δημιουργία επιτροπών που μπορούν να δέχονται απεριόριστες συνεισφορές. 

Έτσι δημιουργήθηκε ένα παράλληλο σύστημα χρηματοδότησης. Ένας δωρητής μπορεί να διαθέσει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια σε πολιτικές οργανώσεις, την ώρα που η απευθείας δωρεά του στην εκστρατεία ενός υποψηφίου περιορίζεται σε μερικές χιλιάδες.

Το μέγεθος αυτού του συστήματος αποτυπώνεται σε ανάλυση του Al Jazeera με βάση στοιχεία της Ομοσπονδιακής Εκλογικής Επιτροπής (FEC). Οπως αναφέρεται, οι 50 μεγαλύτεροι δωρητές και οργανώσεις της συγκεκριμένης εκλογικής περιόδου, έχουν συνεισφέρει συνολικά 2,77 δισ. δολάρια. Από αυτά, περίπου 1,67 δισ. προέρχονται από δωρητές και οργανώσεις που στηρίζουν τους Ρεπουμπλικανούς, 832 εκατ. από όσους στηρίζουν Δημοκρατικούς και τα υπόλοιπα 264 εκατ. σε δικομματικούς φορείς ή οργανώσεις ειδικών συμφερόντων.

Οι μεγαλύτεροι δωρητές 

Στους μεγαλύτερους χρηματοδότες της τρέχουσας εκλογικής περιόδου περιλαμβάνονται:

  • Έλον Μασκ: 446 εκατ. δολάρια, κυρίως προς οργανώσεις που στηρίζουν τους Ρεπουμπλικανούς.
  • Ελίζαμπεθ και Ρίτσαρντ Γιούλαϊν: 150 εκατ. δολάρια, ιδρυτές της εταιρείας Uline.
  • Τζεφ και Τζάνιν Γιας: 110 εκατ. δολάρια. Ο Τζεφ Γιας είναι συνιδρυτής της επενδυτικής εταιρείας Susquehanna International Group.
  • Τζορτζ Σόρος: 102 εκατ. δολάρια, προς οργανώσεις που στηρίζουν τους Δημοκρατικούς.
  • Μάικ Μπλούμπεργκ: 84,2 εκατ. δολάρια, επίσης προς την πλευρά των Δημοκρατικών.
  • Ριντ Χόφμαν και Μισέλ Γι: 41,2 εκατ. δολάρια.

Για τον Λόρενς Λέσιγκ, καθηγητή Νομικής στο Χάρβαρντ και υποστηρικτή της μεταρρύθμισης στη χρηματοδότηση των εκλογών, το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος των ποσών, αλλά το γεγονός ότι η χρηματοδοτική δύναμη συγκεντρώνεται σε ελάχιστα χέρια. «Δεν είναι σκοτεινό για τους πολιτικούς. Είναι σκοτεινό για εμάς», λέει στο Al Jazeera, περιγράφοντας το γεγονός ότι οι ψηφοφόροι δεν γνωρίζουν πάντα ποιοι βρίσκονται πίσω από τις οργανώσεις που χρηματοδοτούν τις προεκλογικές δαπάνες. 

Elon Musk

Ο παράγοντας Μασκ

Ο Έλον Μασκ έχει εξελιχθεί στον μεγαλύτερο ιδιώτη χρηματοδότη της τρέχουσας εκλογικής περιόδου, με 446 εκατ. δολάρια, σύμφωνα με  στοιχεία που δημοσίευσε η Washington Post στις 23 Οκτωβρίου. Η επιστροφή του στο πλευρό των Ρεπουμπλικανών αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά τη ρήξη του με τον Ντόναλντ Τραμπ το 2025.

Όπως αναφέρει το Associated Press, ο Μασκ είχε διαθέσει περισσότερα από 276 εκατ. δολάρια από τον Ιούλιο και μετά. Μεταξύ των μεγαλύτερων συνεισφορών του ήταν τα 158 εκατ. δολάρια προς το Senate Leadership Fund, τη βασική Ρεπουμπλικανική super PAC για τις εκλογές της Γερουσίας, και τα 76 εκατ. προς τη δική του America PAC, η οποία δραστηριοποιείται κυρίως στην κινητοποίηση ψηφοφόρων.

Τα 276 εκατ. δολάρια αφορούν τις συνεισφορές του από τον Ιούλιο και μετά, ενώ τα 446 εκατ. αποτελούν το σύνολο της χρηματοδότησης που έχει προσφέρει στην τρέχουσα εκλογική αναμέτρηση. 

Η πολιτική διάσταση της επιστροφής του είναι σημαντική. Στις εκλογές του 2024 είχε διαθέσει περίπου 250 εκατ. δολάρια, κυρίως για την υποστήριξη του Τραμπ. Η δημόσια αντιπαράθεση των δύο ανδρών έναν χρόνο αργότερα είχε δημιουργήσει ερωτήματα για το αν ο επιχειρηματίας θα συνέχιζε να στηρίζει τους Ρεπουμπλικανούς. Οι νέες χρηματοδοτήσεις δείχνουν ότι η ρήξη δεν τον απομάκρυνε από το κόμμα.

Εκπρόσωπος της America PAC έχει υποστηρίξει ότι οι επενδύσεις αυτές δίνουν στους Ρεπουμπλικανούς τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν την ιστορική τάση σύμφωνα με την οποία το κόμμα του προέδρου χάνει συνήθως έδρες στις ενδιάμεσες εκλογές. Από την πλευρά τους, εκπρόσωποι των Δημοκρατικών έχουν κατηγορήσει τους Ρεπουμπλικανούς ότι επιχειρούν να «αγοράσουν» τις εκλογές.

Ο Μασκ, πάντως, δεν είναι ο μόνος που διοχετεύει μεγάλα ποσά στο ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο. Η MAGA Inc., η super PAC που συνδέεται με τον Τραμπ, είχε περισσότερα από 164 εκατ. δολάρια διαθέσιμα στις 14 Οκτωβρίου. Ο ίδιος ο πρόεδρος έχει δηλώσει ότι οι οργανώσεις του θα έχουν διαθέσει πάνω από 400 εκατ. δολάρια έως την ημέρα των εκλογών (είχαν ήδη δαπανηθεί 300 εκατ.). 

Εκλογές ΗΠΑ

Σκοτεινό χρήμα και νέοι ισχυροί παίκτες 

Ένα μέρος της  χρηματοδότησης των προεκλογικών εκστρατειών περνά μέσα από μη κερδοσκοπικές οργανώσεις που δεν υποχρεούνται να αποκαλύπτουν ποιοι βρίσκονται πίσω από τις δωρεές τους. Πρόκειται για το λεγόμενο «σκοτεινό χρήμα» (dark money), το οποίο διοχετεύεται σε πολιτικές επιτροπές και χρηματοδοτεί πολιτικές καμπάνιες, χωρίς οι ψηφοφόροι να γνωρίζουν την αρχική πηγή των χρημάτων.

Χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι η One Nation, που συνδέεται με την ηγεσία των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία, και η Majority Forward, η οποία δραστηριοποιείται υπέρ των Δημοκρατικών. Οι δύο οργανώσεις συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους χρηματοδοτικούς φορείς του εκλογικού κύκλου, με συνεισφορές 133 και 102 εκατ. δολαρίων αντίστοιχα. Δεν είναι υποχρεωμένες να αποκαλύπτουν τους χρηματοδότες τους, με αποτέλεσμα να μην είναι πάντα ξεκάθαρο από πού προέρχονται τα χρήματα που καταλήγουν στην πολιτική διαφήμιση.

Στο παιχνίδι της πολιτικής χρηματοδότησης έχουν μπει πλέον δυναμικά και νέοι επιχειρηματικοί κλάδοι. Οι εταιρείες τεχνολογίας, κρυπτονομισμάτων, τεχνητής νοημοσύνης και διαδικτυακού στοιχηματισμού επιδιώκουν να αποκτήσουν μεγαλύτερο ρόλο και να επηρεάσουν τις πολιτικές αποφάσεις που αφορούν τη δραστηριότητά τους.

Σύμφωνα με έρευνα του Reuters, οι επιχειρήσεις των κλάδων των κρυπτονομισμάτων, της τεχνολογίας, της τεχνητής νοημοσύνης και του online gaming συνεισέφεραν συνολικά τουλάχιστον 294 εκατ. δολάρια στις εκλογές και τις προκριματικές αναμετρήσεις από την 1η Ιανουαρίου 2025 έως το πρώτο τρίμηνο του 2026, σύμφωνα με στοιχεία της Public Citizen. Μόνο οι εταιρείες κρυπτονομισμάτων είχαν διαθέσει 189 εκατ. δολάρια έως τον Ιούνιο του 2026.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η είσοδος της τεχνητής νοημοσύνης στην πολιτική χρηματοδότηση. Η super PAC Leading the Future έχει συγκεντρώσει 140 εκατ. δολάρια για τον εκλογικό κύκλο, με σημαντικές συνεισφορές από τον συνιδρυτή και πρόεδρο της OpenAI, Γκρεγκ Μπρόκμαν, και την επενδυτική εταιρεία Andreessen Horowitz. Την ίδια στιγμή, οργανώσεις που συνδέονται με την Anthropic αναπτύσσουν τη δική τους δραστηριότητα χρηματοδότησης. Έτσι, ακόμη και επιχειρήσεις του ίδιου κλάδου βρίσκονται σε διαφορετικές πλευρές της πολιτικής αντιπαράθεσης για τη ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης.

Στον χώρο των κρυπτονομισμάτων, η Coinbase και η Ripple έχουν χρηματοδοτήσει πολιτικούς φορείς. Αντίστοιχα, στον κλάδο του στοιχηματισμού, εταιρείες όπως η DraftKings και η FanDuel διοχετεύουν χρήματα σε επιτροπές που παρεμβαίνουν σε πολιτειακές εκλογές, όπου διακυβεύεται η μελλοντική ρύθμιση της αγοράς.

Το κοινό στοιχείο αυτών των κινήσεων είναι ότι οι εταιρείες δεν ενδιαφέρονται μόνο για το ποιο κόμμα θα επικρατήσει. Επιδιώκουν να έχουν λόγο στους κανόνες που θα διέπουν τη δραστηριότητά τους τα επόμενα χρόνια. Έτσι, η χρηματοδότηση των εκλογών γίνεται και πεδίο διεκδίκησης επιρροής από επιχειρηματικούς κλάδους με συγκεκριμένα συμφέροντα.

Μπορούν τα χρήματα να αγοράσουν τις εκλογές;

Η εκτόξευση της χρηματοδότησης δεν σημαίνει ότι οι εκλογές κρίνονται αποκλειστικά από το ποιος διαθέτει τα περισσότερα χρήματα. Οι μεγάλοι χρηματοδότες μπορούν να εξασφαλίσουν στους υποψηφίους μεγαλύτερη διαφημιστική προβολή, ισχυρότερη οργανωτική παρουσία και περισσότερα μέσα για να προσεγγίσουν τους ψηφοφόρους. Δεν μπορούν, όμως, να ελέγξουν το πολιτικό κλίμα ή να καθορίσουν την ψήφο.

Και το πολιτικό κλίμα στις ΗΠΑ παραμένει ένας παράγοντας που μπορεί να ανατρέψει τους υπολογισμούς. Σύμφωνα με δημοσκόπηση των New York Times και του Siena Research Institute που δημοσιεύθηκε στις 21 Οκτωβρίου, μόλις το 36% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι εγκρίνει το έργο του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία, έναντι 59% που το αποδοκιμάζει. Ακόμη μεγαλύτερη εμφανίζεται η δυσαρέσκεια των πολιτών για την οικονομική πολιτική: το 69% αποδοκιμάζει τους χειρισμούς του στο κόστος ζωής και το 73% στις τιμές των καυσίμων.

Η προσέλκυση μεγάλων κεφαλαίων δεν αποτελεί, ασφαλώς, αποκλειστικότητα των Ρεπουμπλικανών. Ισχυροί δωρητές, όπως ο Μάικ Μπλούμπεργκ και ο Τζορτζ Σόρος, ενισχύουν οικονομικά οργανώσεις που πρόσκεινται στους Δημοκρατικούς, με τους υποψηφίους του κόμματος να συγκεντρώνουν σημαντικά κονδύλια για τις πλέον αμφίρροπες αναμετρήσεις.

Η οικονομική υπεροχή, πάντως, δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε εκλογική νίκη. Στις 14 Οκτωβρίου, τα στοιχεία της AdImpact έδειχναν ότι οι Ρεπουμπλικανοί είχαν το προβάδισμα στις διαφημίσεις που είχαν ήδη προβληθεί σε επτά από τις οκτώ αμφίρροπες αναμετρήσεις για τη Γερουσία. Πρόκειται για σαφές πλεονέκτημα στην επικοινωνιακή μάχη, όχι όμως για εγγύηση εκλογικής νίκης.

Η συζήτηση για το πολιτικό χρήμα έχει και μια βαθύτερη διάσταση. Οι υποστηρικτές του ισχύοντος συστήματος θεωρούν ότι οι πολιτικές δαπάνες αποτελούν μορφή ελευθερίας της έκφρασης και ότι οι υποχρεωτικές δηλώσεις στην Ομοσπονδιακή Εκλογική Επιτροπή (FEC) δίνουν στους πολίτες τη δυνατότητα να γνωρίζουν ποιοι χρηματοδοτούν τους υποψηφίους και τις οργανώσεις. Οι επικριτές, από την άλλη πλευρά, επισημαίνουν ότι όταν ελάχιστοι πάμπλουτοι δωρητές έχουν τη δυνατότητα να διαθέτουν ποσά δυσανάλογα μεγαλύτερα από εκείνα που θα μπορούσε να συγκεντρώσει ένας μέσος πολίτης, η πολιτική επιρροή δεν κατανέμεται ισότιμα. Και όταν τα χρήματα διοχετεύονται μέσα από οργανώσεις που δεν αποκαλύπτουν τους αρχικούς χρηματοδότες τους, το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο.

Καπιτώλιο

Πόσο κοστίζει εντέλει μια έδρα;

Η απάντηση εξαρτάται από την εκλογική περιφέρεια, την πολιτεία, τον ανταγωνισμό και το πόσες οργανώσεις θα αποφασίσουν να παρέμβουν. Τα 2,4 εκατ. δολάρια που δαπάνησε κατά μέσο όρο ένας υποψήφιος που κέρδισε έδρα στη Βουλή των Αντιπροσώπων το 2020 και τα περίπου 27 εκατ. για τη Γερουσία δίνουν μια ιστορική εικόνα του κόστους των προεκλογικών εκστρατειών. 

Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι, επομένως, μόνο πόσα χρήματα χρειάζεται ένας υποψήφιος για να εκλεγεί. Είναι ποιος έχει τη δυνατότητα να τα συγκεντρώσει, ποιοι τα διαθέτουν και ποια συμφέροντα εκπροσωπούνται μέσα από αυτή τη χρηματοδότηση.

Όταν λίγοι ιδιώτες και οργανώσεις μπορούν να κινητοποιούν δισεκατομμύρια δολάρια, η συζήτηση ξεπερνά τα όρια μιας εκλογικής αναμέτρησης. Αφορά τη σχέση ανάμεσα στον πλούτο και την πολιτική επιρροή, αλλά και το κατά πόσο η φωνή του απλού ψηφοφόρου έχει το ίδιο βάρος σε ένα σύστημα όπου η χρηματοδότηση συγκεντρώνεται σε τόσο λίγα χέρια.

Στις 3 Νοεμβρίου οι Αμερικανοί θα ψηφίσουν για τη νέα σύνθεση του Κογκρέσου. Οι οικονομικοί απολογισμοί που θα ακολουθήσουν θα δείξουν πόσα δαπανήθηκαν τελικά και ποιοι υποψήφιοι ευνοήθηκαν από αυτή την πρωτοφανή κινητοποίηση πόρων. 

Δεν θα απαντήσουν, όμως, από μόνοι τους στο δυσκολότερο ερώτημα: πόση πολιτική επιρροή μπορεί να αγοράσει σε τελική ανάλυση το χρήμα;
 

Πηγή: skai.gr
12 0 Bookmark

Απόρρητο