Η κυβέρνηση Τραμπ στη δίνη νέων καταγγελιών για διαφθορά - Οι συμφωνίες εκατομμυρίων, οι χάρες και οι περίεργες συναλλαγές

Δύο εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η διαφθορά αναδεικνύεται σε ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα για τους Αμερικανούς ψηφοφόρους

Ντόναλντ Τραμπ

Ένα μπαράζ αποκαλύψεων για ύποπτες οικονομικές συναλλαγές, συμφωνίες δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων και αμφιλεγόμενες απονομές χάριτος φέρνει την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) αντιμέτωπη με νέες καταγγελίες για διαφθορά, μόλις δύο εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ. Οι υποθέσεις διαδέχονται η μία την άλλη, την ώρα που η διαφθορά αναδεικνύεται σε ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα για τους Αμερικανούς ψηφοφόρους.

Σύμφωνα με δημοσκόπηση του CNN που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη, το 19% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων θεωρεί τη διαφθορά το σημαντικότερο ζήτημα ενόψει των εκλογών, με μόνο την οικονομία και το κόστος ζωής, ως ενιαία κατηγορία, να συγκεντρώνουν υψηλότερο ποσοστό.

Το ζήτημα της διαφθοράς δεν είναι καινούργιο για τον Τραμπ. Τον ακολουθεί εδώ και χρόνια, εξαιτίας της ελαστικής στάσης του απέναντι στον προσωπικό πλουτισμό, αλλά και της εντυπωσιακής αύξησης της περιουσίας του κατά τη διάρκεια της προεδρίας του. Ωστόσο, οι υποθέσεις πιθανής διαφθοράς που έχουν έρθει στο φως τις τελευταίες εβδομάδες είναι τόσο προκλητικές, ώστε ορισμένες μοιάζουν σχεδόν απίστευτες.

Πέντε υποθέσεις που προκαλούν ερωτήματα

Μέσα σε λίγο περισσότερο από έναν μήνα, μια σειρά δημοσιευμάτων έχει φέρει στο προσκήνιο πέντε υποθέσεις που εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για πρόσωπα της κυβέρνησης και του περιβάλλοντος Τραμπ.

Η πρώτη αφορά μια πρώην, πλέον, πρέσβειρα των ΗΠΑ, η οποία φέρεται να ζήτησε 100.000 δολάρια για να αποπληρώσει χρέη σε πιστωτική της κάρτα από έναν άνδρα τον οποίο βοηθούσε να ασκήσει πιέσεις στην κυβέρνηση Τραμπ για την προώθηση των συμφερόντων του. Σύμφωνα με μηνύματα που εξασφάλισε η Wall Street Journal, τον προέτρεπε επανειλημμένως να μη δημιουργεί γραπτά ίχνη των συναλλαγών τους. Οι δικηγόροι της αρνούνται τις καταγγελίες.

Μια δεύτερη υπόθεση αφορά την αγορά αρκετών αεροσκαφών από το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας, από δωρητή της απερχόμενης υπουργού, σε τιμές που φαίνεται να ήταν υπερβολικά υψηλές. Η πρώην υπουργός και ο διάδοχός της επιρρίπτουν ο ένας στον άλλον την ευθύνη για τις αγορές.

Στο επίκεντρο μιας τρίτης υπόθεσης βρίσκεται ο γάμος του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, καθώς Ρώσος ολιγάρχης φέρεται να κατέβαλε εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια για να καλύψει μέρος των γαμήλιων εκδηλώσεων. Η σύζυγος του γιου του Αμερικανού προέδρου υποβάθμισε τις υπόνοιες περί αθέμιτης συναλλαγής, ωστόσο ο ίδιος ο ολιγάρχης δήλωσε αργότερα ότι ο Τραμπ Τζούνιορ τού επέστρεψε τα χρήματα.

Μια τέταρτη υπόθεση αφορά τη μυστηριώδη μεταφορά πολλών εκατομμυρίων δολαρίων από εύπορο Τούρκο επενδυτή. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Axios και των New York Times, συνεργάτιδα του Τραμπ, η οποία παντρεύτηκε πρόσφατα τον συγκεκριμένο επενδυτή, καταγγέλλει ότι άλλος σύμμαχος του προέδρου διοχέτευσε τα χρήματα σε διαφορετικό προορισμό από εκείνον για τον οποίο προορίζονταν.

Τέλος, η ίδια συνεργάτιδα αποδέχθηκε θέση εργασίας με αμοιβή 50 εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ υπηρετούσε ως υψηλόβαθμη σύμβουλος στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Λίγο αργότερα, ο δισεκατομμυριούχος τραπεζίτης από τη Βενεζουέλα που την είχε προσλάβει έλαβε την προεδρική χάρη την οποία επιδίωκε. Η ίδια αρνείται οποιαδήποτε ανάμειξη στην απονομή της.

Η συμφωνία των 50 εκατ. δολαρίων και η προεδρική χάρη

Η τελευταία υπόθεση αποτελεί και την πιο πρόσφατη προσθήκη στον κατάλογο των αποκαλύψεων. Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Τάιλερ Πέιτζερ στους New York Times, η Αλίνα Χάμπα εξασφάλισε συμφωνία απασχόλησης ύψους 50 εκατομμυρίων δολαρίων με εταιρεία που είχε ιδρυθεί μόλις πρόσφατα και δεν διαθέτει δημόσια παρουσία.

Η συμφωνία φέρεται να οριστικοποιήθηκε ενώ η Χάμπα εξακολουθούσε να κατέχει τη θέση της ομοσπονδιακής εισαγγελέως στο Νιου Τζέρσεϊ. Ανέλαβε μάλιστα τα νέα της καθήκοντα όταν υπηρετούσε ως ειδική κυβερνητική συνεργάτιδα, παρέχοντας συμβουλές στην τότε υπουργό Δικαιοσύνης, Παμ Μπόντι.

Όπως αναφέρουν οι New York Times, μόλις δύο εβδομάδες μετά την έναρξη της απασχόλησής της, ο τραπεζίτης από τη Βενεζουέλα που την είχε προσλάβει, Χούλιο Ερέρα Βελουτίνι, έλαβε χάρη από τον πρόεδρο.

Η Χάμπα αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι είχε οποιονδήποτε ρόλο στην εξέλιξη αυτή. «Οποιοσδήποτε υπαινιγμός ότι η απασχόλησή μου, η οποία στο σύνολό της έχει ελεγχθεί και γνωστοποιηθεί στο υπουργείο Δικαιοσύνης, είχε οποιαδήποτε σχέση με την εξασφάλιση προεδρικής χάρης είναι ψευδής», ανέφερε σε δήλωσή της προς την εφημερίδα.

Η ίδια αρνήθηκε να δώσει περισσότερες πληροφορίες για την εργασία της στην εταιρεία Concord Partners.

Η δωρεά που δεν έφτασε ποτέ στο Κέντρο Κένεντι

Η υπόθεση των 50 εκατομμυρίων δολαρίων δεν είναι η μοναδική που έφερε τη Χάμπα στο επίκεντρο της δημοσιότητας τις τελευταίες επτά ημέρες.

Μόλις μία εβδομάδα νωρίτερα, το Axios και οι New York Times είχαν αποκαλύψει ότι η Χάμπα κατηγορεί τον επίσης σύμμαχο του Τραμπ, Ρίτσαρντ Γκρένελ, ότι διοχέτευσε αλλού εκατομμύρια δολάρια, τα οποία ο σημερινός σύζυγός της, ο εύπορος Τούρκος επενδυτής Τουρχάν Μίλντον, προόριζε για δωρεά στο Κέντρο Κένεντι.

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, τα χρήματα μεταφέρθηκαν μέσω τραπεζικού εμβάσματος σε εταιρεία αμυντικού εξοπλισμού και συστημάτων ασφαλείας στο Τέξας, στην οποία ο Γκρένελ υποστηρίζει ότι είχε εργαστεί παλαιότερα ως σύμβουλος.

Ο Μίλντον διαθέτει εκτεταμένα επιχειρηματικά συμφέροντα στη Βενεζουέλα. Οι New York Times αναφέρουν ότι έχει παρουσιάσει γραπτό μήνυμα στο οποίο ο Γκρένελ φέρεται να εκφράζει την πρόθεσή του να καταστήσει τον Μίλντον το «αμερικανικό πρόσωπο εκεί στη Β.», εννοώντας τη Βενεζουέλα.

Ο Γκρένελ απορρίπτει τις καταγγελίες ως παράλογες. «Δεν έχω ζητήσει ποτέ ούτε ένα σεντ να σταλεί κάπου αλλού με το πρόσχημα ότι προοριζόταν για το Κέντρο Κένεντι και δεν έχω λάβει ποτέ καμία πληρωμή από αυτόν», δήλωσε στους New York Times.

Ο γάμος του Τραμπ Τζούνιορ

Η υπόθεση της χρηματοδότησης μέρους των εκδηλώσεων για τον γάμο του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ έχει επίσης προκαλέσει αντιδράσεις, ακόμη και στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί βουλευτές και γερουσιαστές ζητούν να διερευνηθεί η υπόθεση, ενώ ένας γερουσιαστής τη χαρακτήρισε ευθέως «διαφθορά».

Η σύζυγος του Τραμπ Τζούνιορ έχει περιγράψει τον Ρώσο ολιγάρχη Ουμάρ Κρεμλιόφ ως «πολύ αγαπημένο φίλο».

Ωστόσο, όταν το ProPublica αποκάλυψε για πρώτη φορά την υπόθεση, εκπρόσωπος του Έρικ Τραμπ, αδελφού του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, είχε δηλώσει ότι ο Έρικ «δεν έχει απολύτως καμία ιδέα ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος, ούτε έχει ακούσει ποτέ το όνομά του».

Τα αεροσκάφη του υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας και η αλληλομετάθεση ευθυνών

Ερωτήματα έχουν προκύψει και για την αγορά αεροσκαφών από δωρητή της πρώην υπουργού Εσωτερικής Ασφάλειας, Κρίστι Νόεμ, με την ίδια και τον σημερινό υπουργό, Μαρκγουέιν Μάλιν, να επιχειρούν έκαστος να υποβαθμίσουν την ευθύνη τους για τις επίμαχες συναλλαγές.

Η πλευρά του Μάλιν υποστηρίζει ότι «τα συγκεκριμένα αεροσκάφη αγοράστηκαν πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του στο υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας».

Η Νόεμ, από την πλευρά της, υπογράμμισε σε δήλωσή της ότι «η αγορά ολοκληρώθηκε υπό την ηγεσία του υπουργού Μάλιν».

Η υπόθεση Γκιλφόιλ

Ιδιαίτερη αίσθηση έχει προκαλέσει επίσης η υπόθεση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, πρώην, πλέον, πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα, την οποία ο Τραμπ αποφάσισε να αποπέμψει.

Στο επίκεντρο βρίσκονται καταγγελίες ότι η Γκίλφοϊλ επιχείρησε να εξασφαλίσει κρυφά 100.000 δολάρια από τον Έρικ Ντίτερς, έναν άνδρα που επιδίωκε ευνοϊκή μεταχείριση από την κυβέρνηση Τραμπ και ο οποίος έχει μιλήσει δημόσια για την υπόθεση.

Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση προκαλεί το περιεχόμενο των μηνυμάτων που φέρεται να του είχε στείλει η πρώην πρέσβειρα μέσω της εφαρμογής Signal.

«Δεν θα εμφανιστεί πουθενά αν μεταφέρεις τα χρήματα μέσω τραπεζικού εμβάσματος στην American Express», φέρεται να έγραψε σε ένα από αυτά.

Σε άλλο μήνυμα εμφανίζεται να τον προτρέπει να σταματήσει να αφήνει γραπτά στοιχεία για τις συναλλαγές τους. «Έρικ, πραγματικά θα ήθελα να σταματήσεις να δημιουργείς γραπτά ίχνη για όλα αυτά», φέρεται να αναφέρει.

Σε ένα τρίτο μήνυμα, η ανησυχία της για τις πιθανές συνέπειες εμφανίζεται ακόμη πιο έντονη. «Τι εφιάλτης. Κυριολεκτικά θα μου κοστίσεις τη θέση της πρέσβειρας. Σταμάτα να γράφεις», φέρεται να τον προειδοποιεί.

Η Γκίλφοϊλ, η οποία στο παρελθόν ήταν αρραβωνιασμένη με τον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, αρνείται τις καταγγελίες και τις χαρακτηρίζει «ψευδείς». «Σκοπεύω να υπερασπιστώ σθεναρά το όνομά μου, τη φήμη μου και την ακεραιότητά μου», δήλωσε.

Από τα κρυπτονομίσματα μέχρι το αεροσκάφος του Κατάρ

Οι πρόσφατες αποκαλύψεις έρχονται να προστεθούν σε μια σειρά άλλων υποθέσεων που έχουν εγείρει ερωτήματα για ενδεχόμενη διαφθορά τα τελευταία δύο χρόνια.

Ο Τραμπ έχει αποκομίσει περισσότερα από 1 δισεκατομμύριο δολάρια από κρυπτονομίσματα, ενώ, σύμφωνα με έρευνα του CNN, έχει προωθήσει επανειλημμένως συγκεκριμένες εταιρείες λίγο αφότου αγόρασε μετοχές τους.

Την ίδια στιγμή, η εταιρεία του στον τομέα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης επιτρέπει σε χρηματοοικονομικές εταιρείες της Wall Street να πληρώνουν προκειμένου να αποκτούν ταχύτερη πρόσβαση σε αναρτήσεις που μπορούν να επηρεάσουν τις αγορές.

Επιπλέον, ο Αμερικανός πρόεδρος αποδέχθηκε ως δώρο από το Κατάρ ένα αεροσκάφος που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί ως Air Force One και στη συνέχεια προβλέπεται να μεταβιβαστεί στην προεδρική του βιβλιοθήκη.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν αυξανόμενη ανησυχία για τη διαφθορά

Τα τελευταία δημοσκοπικά ευρήματα υποδηλώνουν όμως, ότι το ζήτημα της διαφθοράς αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα στην αμερικανική κοινή γνώμη.

Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα εξελιχθεί σε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα για τον Τραμπ και τους Ρεπουμπλικανούς, αποτελεί όμως μια εξέλιξη που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Πρόσφατη έρευνα της Gallup κατέγραψε ιστορικό υψηλό στο ποσοστό των Αμερικανών που θεωρούν ότι η διαφθορά είναι ευρέως διαδεδομένη στην κυβέρνηση Τραμπ, με το ποσοστό να φτάνει το 89%.

Παράλληλα, εκτός από τη δημοσκόπηση του CNN, στην οποία το 19% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων ανέδειξε τη διαφθορά ως το σημαντικότερο ζήτημα, πρόσφατη έρευνα του Fox News έδειξε ότι το 88% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων ανησυχεί «πάρα πολύ» (60%) ή «πολύ» (28%) για τη διαφθορά στην κυβέρνηση.

Τα ποσοστά αυτά είναι συγκρίσιμα με εκείνα του 2006, όταν βρισκόταν στο αποκορύφωμά του το σκάνδαλο πολιτικής επιρροής του λομπίστα Τζακ Αμπράμοφ.

Την ίδια στιγμή, δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos έδειξε ότι το 62% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων αποδοκιμάζει τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ διαχειρίζεται το ζήτημα της διαφθοράς, έναντι 29% που εγκρίνει τους χειρισμούς του.

Ακόμη πιο ενδεικτικό του κλίματος είναι το εύρημα δημοσκόπησης των Washington Post/ABC News, σύμφωνα με το οποίο σχεδόν τα 2/3 των Αμερικανών θεωρούν ότι ο Τραμπ χρησιμοποιεί την προεδρία για να πλουτίσει ο ίδιος.

Η δυσαρέσκεια δεν μεταφράζεται σε ατού για τους Δημοκρατικούς

Παρά την αυξανόμενη ανησυχία των ψηφοφόρων, τα δημοσκοπικά δεδομένα δεν δείχνουν ότι το ζήτημα της διαφθοράς προσφέρει στους Δημοκρατικούς το πολιτικό πλεονέκτημα που ενδεχομένως προσδοκούν.

Η δημοσκόπηση του CNN καταγράφει προβάδισμα 7 ποσοστιαίων μονάδων για το Δημοκρατικό Κόμμα έναντι των Ρεπουμπλικανών ως προς την εμπιστοσύνη των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων στην αντιμετώπιση της διαφθοράς, με ποσοστά 33% και 26% αντίστοιχα.

Αντίστοιχα, έρευνα των New York Times/Siena College δείχνει ότι οι ψηφοφόροι που θεωρείται πιθανό να προσέλθουν στις κάλπες εμπιστεύονται περισσότερο τους Δημοκρατικούς για το συγκεκριμένο ζήτημα, σε ποσοστό 50%, έναντι 39% για τους Ρεπουμπλικανούς.

Ωστόσο, η δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos εμφανίζει τα δύο κόμματα ουσιαστικά ισόπαλα, με το 31% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων να εμπιστεύεται τους Δημοκρατικούς και ίδιο ποσοστό τους Ρεπουμπλικανούς. Σχεδόν τέσσερις στους 10 δεν επιλέγουν κανένα από τα δύο κόμματα.

Ανάλογη εικόνα προκύπτει και από πρόσφατη έρευνα του NBC News. Αν και η πλειοψηφία των Αμερικανών, 52%, θεωρεί την κυβέρνηση Τραμπ «πιο διεφθαρμένη» από προηγούμενες κυβερνήσεις, μόλις το 25% πιστεύει ότι η διαφθορά αποτελεί γενικά μεγαλύτερο πρόβλημα για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα απ' ό,τι για το Δημοκρατικό. Αντίθετα, το 56% εκτιμά ότι η διαφθορά αποτελεί εξίσου σοβαρό πρόβλημα και για τα δύο κόμματα.

Τα στοιχεία αυτά δεν επιτρέπουν, προς το παρόν, να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για τον τρόπο με τον οποίο το ζήτημα της διαφθοράς θα επηρεάσει την εκλογική αναμέτρηση που απέχει μόλις δύο εβδομάδες.

Το βέβαιο είναι ότι, με τις αποκαλύψεις να συνεχίζονται, η κυβέρνηση Τραμπ εξακολουθεί να προσφέρει στους Δημοκρατικούς νέα «όπλα» στην προεκλογική μάχη.
 

Πηγή: skai.gr
8 0 Bookmark

Απόρρητο