Εκδήλωση ΠΑΜΑΚ: Τι θυμούνται οι Έλληνες για το ‘40 πέρα από το «ΟΧΙ»;

Η μνήμη της 28ης Οκτωβρίου του 1940 παραμένει ισχυρή, αλλά είναι επιλεκτική. Έρευνα της QED εξετάζει τις γνώσεις των πολιτών για τα γεγονότα της περιόδου

28η Οκτωβρίου

Τι θυμούνται οι Έλληνες από την περίοδο 1940-1944; Τι θα ήθελαν να γνωρίζουν; Ποιο είναι το δίδαγμα με το οποίο πορεύονται και από πού το έχουν μάθει;

Η μνήμη της 28ης Οκτωβρίου του 1940 παραμένει ισχυρή, αλλά είναι επιλεκτική, ενώ το «ΟΧΙ» λειτουργεί ως κοινό σημείο αναφοράς, χωρίς, όμως, να εξασφαλίζει από μόνο του μια εξίσου ισχυρή γνώση για ολόκληρη την περίοδο.

Στην ελληνική κοινωνία υπάρχει αξιοσημείωτο ενδιαφέρον για λιγότερο προβεβλημένες ή πιο σύνθετες πλευρές της ιστορίας. Η επιθυμία για γνώση σχετικά με την Αντίσταση, τις διώξεις, τη συνεργασία με τον κατακτητή, δείχνει ότι η κοινωνική περιέργεια δεν εξαντλείται στο καθιερωμένο επετειακό αφήγημα.

Ως προς τη μετάδοση της γνώσης είναι προφανές ότι η οικογένεια δεν μπορεί να αναλάβει στο μέλλον τον ίδιο ρόλο που είχε στο παρελθόν, ενώ το σχολείο δε φαίνεται να καλύπτει επαρκώς αυτό το κενό και το διαδίκτυο προσφέρει νέες δυνατότητες, όπου όμως απαραίτητη είναι η κριτική αξιολόγηση των πληροφοριών.

Τα συμπεράσματα προκύπτουν από την έρευνα με θέμα «Η μνήμη του πολέμου πέρα από το “ΟΧΙ” – Μια έρευνα κοινής γνώμης για την ιστορική μνήμη», που παρουσίασε ο αν. καθηγητής και πρόεδρος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Γιάννης Κωνσταντινίδης, στην καθιερωμένη εκδήλωση του ΠΑΜΑΚ για την επέτειο της Απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης, την Εθνική Επέτειο του «ΟΧΙ» και τον Πολιούχο Άγιο Δημήτριο.

Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε παρουσία του αρμόδιου για την Ανώτατη Εκπαίδευση υφυπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού Νίκου Παπαϊωάννου, του υφυπουργού Εσωτερικών (τομέας Μακεδονίας- Θράκης) Κώστα Γκιουλέκα, του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ Παύλου Χρηστίδη και εκπροσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης, της ακαδημαϊκής κοινότητας, των διπλωματικών αρχών, των σωμάτων ασφαλείας, του στρατού και της εκκλησίας.

ΟΧΙ

ΟΧΙ

Η ταυτότητα και το πλαίσιο της έρευνας

Η έρευνα, την οποία διεξήγαγε αφιλοκερδώς η εταιρεία QED, εξετάζει τις γνώσεις, τις ερμηνείες και τις αξιολογήσεις των πολιτών για τα γεγονότα της περιόδου 1940–1944. Σύμφωνα με τα ευρήματά της, η ιστορική μνήμη των Ελλήνων παραμένει έντονα προσανατολισμένη στην έναρξη του πολέμου. Στο ερώτημα «τι πιστεύεις ότι θυμούνται οι περισσότεροι για την περίοδο 1940-1944;», η κυριαρχία του «ΌΧΙ» είναι σαφής, καθώς περισσότεροι από 7 στους 10 το αναφέρουν ως σημείο αναφοράς. Ακολουθούν ο λιμός με 40%, οι εκτελέσεις με 37%, η Αντίσταση με 30%, ενώ λιγότερο συχνά αναφέρονται ο δωσιλογισμός και το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων.

«Η ιστορική μνήμη δεν κατανέμεται ισόρροπα σε ολόκληρη την περίοδο [...] Το “ΟΧΙ” παραμένει ισχυρό μεν σε όλες τις γενιές, ωστόσο η αναφορά στον λιμό, στις εκτελέσεις, στον δωσιλογισμό αυξάνεται σημαντικά όσο μεγαλώνει η ηλικία», παρατήρησε ο κ. Κωνσταντινίδης.

Όπως εξήγησε, υπάρχουν ανοιχτά κεφάλαια της συλλογικής μνήμης, καθώς 4 στους 10 θέλουν να μάθουν περισσότερα για τον δωσιλογισμό και ακολουθούν η Αντίσταση, οι εκτελέσεις αμάχων, η Κατοχή και ο λιμός. Η επιθυμία διεύρυνσης της γνώσης για τον δωσιλογισμό είναι εντονότερη στην Αριστερά, αλλά δεν απουσιάζει από το Κέντρο και από τη Δεξιά. Αντίθετα, η Αντίσταση αποτελεί το κεφάλαιο για το οποίο η ζήτηση γνώσης εμφανίζεται σχετικά κοινή μεταξύ των πολιτικών χώρων. Άρα, όπως επισήμανε ο καθηγητής, «η ιστορική μνήμη μπορεί να διχάζει ως προς την ερμηνεία της, υπάρχουν ωστόσο πεδία που μπορούν να λειτουργήσουν ως κοινό έδαφος».

Το σχολείο ως «αδύναμος κρίκος» στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα που «δείχνει» το σχολείο ως τον αδύναμο κρίκο στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης, καθώς μόλις το 12% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι έχει μάθει πολλά από το σχολείο για την περίοδο 1940-44. Το ποσοστό αυτό είναι αισθητά χαμηλότερο από εκείνο του διαδικτύου (17%), της οικογένειας (21%) και των βιβλίων (29%).

«Το σχολείο δεν αναγνωρίζεται από τους πολίτες ως μια ιδιαίτερα ισχυρή πηγή ιστορικής γνώσης και εδώ προκύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα για την εκπαίδευση, αν μπορεί το σχολείο να βοηθήσει τους μαθητές να κατανοήσουν όχι μόνο τα γεγονότα, αλλά και τις αντιφάσεις, τις συγκρούσεις, τις διαφορετικές εμπειρίες της ιστορικής αυτής περιόδου», εξήγησε ο κ. Κωνσταντινίδης.

Η οικογένεια αποτελεί σημαντικό δίαυλο μετάδοσης της ιστορικής εμπειρίας, όμως η συμβολή της εξασθενεί από γενιά σε γενιά, καθώς οι άνθρωποι που βίωσαν την ιστορική περίοδο αποχωρούν από τη ζωή, όπως και τα παιδιά τους που τα άκουσαν από πρώτο χέρι.

«Αυτό που βλέπουμε είναι μία μετατόπιση των διαύλων ιστορικής μνήμης. Η οικογενειακή μαρτυρία χάνει σταδιακά το βάρος της, καθώς απομακρυνόμαστε χρονικά από τα γεγονότα, ενώ οι νεότερες γενιές αναζητούν ολοένα περισσότερο στα ψηφιακά μέσα. Δεν πρέπει να βιαστούμε να πούμε ότι η αλλαγή αυτή είναι θετική ή αρνητική. Το διαδίκτυο μπορεί να διευρύνει την πρόσβαση στην ιστορική γνώση, αλλά προφανώς η πρόσβαση δεν ταυτίζεται αναγκαστικά και με την κατανόηση. Κρίσιμο είναι το ερώτημα αν οι νέοι έχουν τα κατάλληλα εργαλεία ώστε να αξιολογούν τις πηγές, να διακρίνουν την τεκμηριωμένη γνώση από την παραπληροφόρηση και να συνδέουν τα γεγονότα μεταξύ τους», επισήμανε ο καθηγητής.

ΟΧΙ

Διατηρώντας ζωντανή τη μνήμη πέρα από τα σύμβολα

Αποτιμώντας τις απαντήσεις των πολιτών ο κ. Κωνσταντινίδης σημείωσε ότι «η πρόκληση δεν είναι απλώς να θυμόμαστε το “ΟΧΙ”, αλλά να κατανοούμε τι ακολούθησε, να μπορούμε να συζητούμε ακόμη και τις πιο δύσκολες όψεις της ιστορίας και να διατηρούμε ζωντανή μια μνήμη που δεν θα περιορίζεται στην επανάληψη συμβόλων», γιατί «η ιστορική μνήμη δεν κρίνεται μόνο από όσα τιμούμε κάθε χρόνο, κρίνεται και από όσα είμαστε διατεθειμένοι να αναζητήσουμε, να συζητήσουμε και να κατανοήσουμε βαθύτερα».

Επί των ευρημάτων της έρευνας συζήτησαν με τον κ. Κωνσταντινίδη, ο υφυπουργός Εσωτερικών, ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ και ο δημοσιογράφος Σωτήρης Δανέζης.

«Πρέπει να αποκτήσουμε μια νέα άποψη και οπτική για την ιστορία. Η ιστορία είναι ζωντανή και διδάσκει. Κι όσο νεότερη είναι η ιστορία, όπως είναι η ιστορία του ‘40, επειδή έχει τόσα σημάδια, μας καλεί να την ψηλαφίσουμε, να την ιχνηλατήσουμε, να την ψάξουμε. Αλλά αυτό εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο θα μεταδώσουμε την ιστορική γνώση», ανέφερε ο κ. Γκιουλέκας, παρατηρώντας ότι «η ιστορία διδάσκεται με έναν τρόπο -σε πάρα πολλές περιπτώσεις- απαρχαιωμένο». «Ο τρόπος που προσεγγίζουμε την ιστορία και ο τρόπος που προσπαθούμε να μεταφέρουμε τη γνώση στην ιστορία μάλλον απωθεί παρά ελκύει τα νέα παιδιά για γνώση και μάθηση», εξήγησε μιλώντας για την ανάγκη βιωματικής διδασκαλίας, μέσα από την οποία «η γνώση χαράσσεται στη μνήμη και την καρδιά των μαθητών».

Την ανάγκη επαναξιολόγησης του δημόσιου λόγου στην ολότητά του, ώστε να μη χάνουν οι έννοιες το νόημά τους και να είναι αντιληπτό «το βάθος του αγώνα που χρειάστηκε για να μείνει ελεύθερη η πατρίδα μας πριν από τόσες δεκαετίες», υπογράμμισε ο Παύλος Χρηστίδης.

«Αυτό που μας δίδαξαν οι Έλληνες το 1940 είναι η δύναμη της υπεράσπισης του υπέρτατου αγαθού όλων, που είναι το αγαθό της ελευθερίας. Όταν είμαστε ελεύθεροι μπορούμε να δούμε και όλα τα υπόλοιπα αγαθά, όλα τα υπόλοιπα δικαιώματα. Αυτό διδαχτήκαμε από το ΟΧΙ, το οποίο οδήγησε σε εκείνο το Έπος και πιστεύω ότι είναι καλό σήμερα να μελετάμε το τι ακριβώς συνέβη τότε [...] για να μην αφήσουμε το κενό να συνεχίσει να μεγαλώνει», ανέφερε ο κ. Χρηστίδης.

Για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης στο βάθος του χρόνου μίλησε ο Σωτήρης Δανέζης:

«Το να πει κανείς ότι την ιστορία τη γράφουν οι νικητές είναι η μισή αλήθεια. Η ιστορία γράφεται και στο οικογενειακό τραπέζι της Κυριακής, το οποίο καθώς περνούν τα χρόνια αραιώνει όλο και περισσότερο. Την ιστορία τη γράφει το Κράτος σε πολύ μεγάλο βαθμό, γιατί ελέγχει τους νόμους, τις εθνικές επετείους, τις παρελάσεις, τα βιβλία, τα σχολεία, το εθνικό αφήγημα. Και κάποια στιγμή, αφού έχει περάσει από γενιά σε γενιά και από στόμα σε στόμα στο οικογενειακό τραπέζι, αναλαμβάνουν και τα μέσα επικοινωνίας, εμείς οι δημοσιογράφοι που μεταφέρουμε την ιστορία ή γράφουμε το πρώτο “ντραφτ” της ιστορίας και κάποια στιγμή την αναλαμβάνει και ο αλγόριθμος», σημείωσε.

ΟΧΙ

Πρύτανης ΠΑΜΑΚ: Να θυμηθούμε το παρελθόν, αλλά και να κατανοήσουμε τι σημαίνει για το παρόν μας

Την εκδήλωση άνοιξε ο πρύτανης του ΠΑΜΑΚ καθ. Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, εξηγώντας ότι φέτος το πανεπιστήμιο επέλεξε να τιμήσει την επέτειο με έναν τρόπο που ξεπερνά την καθιερωμένη επετειακή αναφορά, συνδυάζοντας την επιστημονική έρευνα και τον δημόσιο διάλογο, «επιδιώκοντας όχι απλώς να θυμηθούμε το παρελθόν, αλλά και να κατανοήσουμε τι σημαίνει αυτό για το παρόν μας». «Η ιστορική μνήμη δεν εξαντλείται σε σύμβολα και επετείους, χρειάζεται γνώση, κριτική σκέψη και ουσιαστική παιδεία», υπογράμμισε.

Τον πανηγυρικό της ημέρας με θέμα «Το “ΟΧΙ” της 28ης ως στοιχείο της συλλογικής μνήμης και ως ιστορικό δεδομένο» εκφώνησε ο καθηγητής και Αντιπρύτανης Διεθνούς Προβολής και Εξωστρέφειας, Σπυρίδων Λίτσας.

«Το Όχι της 28ης Οκτωβρίου είναι η αποθέωση της Ιστορικής αλήθειας μέσω του Μύθου. Είναι από αυτές τις στιγμές που όλοι μας γινόμαστε κοινωνοί μιας συλλογικής πραγματικότητας που έρχεται να λειτουργήσει ως Μνήμη και ως Απότοκο της Θυσίας. Γιατί στο Αλβανικό Μέτωπο δεν πολέμησαν Άλλοι. Σήκωσαν το ανάστημα τους οι δικοί μας οι παππούδες, έφυγαν στο μέτωπο φιλώντας τις δικές μας τις γιαγιάδες κρατώντας ίσως στην αγκαλιά τους τους δικούς μας πατεράδες ή μανάδες. Το κάθε σπίτι, η κάθε παλιά φωτογραφία, το κάθε οικογενειακό τραπέζι της 28ης Οκτωβρίου μετατρέπεται σε ζωντανό αρχείο και οι πρόγονοι μας – ως άλλοι Καζαντζακικοί ήρωες – ζητούν χώρο στη μνήμη και σεβασμό στην καταγραφή», ανέφερε μεταξύ άλλων.

Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με μουσικό πρόγραμμα που παρουσίασε το Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του ΠΑΜΑΚ και την προβολή της διεθνώς βραβευθείσας ταινίας «MAUTHAUSEN».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
0 0 Bookmark

Απόρρητο