Αντώνης Σιγάλας: Ο φύλακας της λαϊκής μνήμης της Τήνου

Ο 84χρονος Αντώνης Σιγάλας δεν είναι απλώς ένας εθελοντής ξεναγός στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης του χωριού, είναι ένας ζωντανός αφηγητής μιας εποχής που έφυγε

Αντώνης Σιγάλας

Στη Βωλάξ της Τήνου, εκεί όπου τα πετρόχτιστα σπίτια, τα στενά σοκάκια, τα παλιά εργαλεία και τα καλάθια αφηγούνται ιστορίες μιας άλλης εποχής, υπάρχει ένας άνθρωπος που έχει αναλάβει έναν ξεχωριστό ρόλο, να κρατά ζωντανή τη μνήμη του τόπου του. Ο 84χρονος Αντώνης Σιγάλας δεν είναι απλώς ένας εθελοντής ξεναγός στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης του χωριού, είναι ένας ζωντανός αφηγητής μιας εποχής που έφυγε, αλλά εκείνος αρνείται να χαθεί.

Η ζωή του μοιάζει με ταξίδι μέσα στον χρόνο. Ξεκίνησε από τη Βωλάξ ως παραδοσιακός καλαθοπλέκτης, έφυγε στα 18 του για την Αθήνα, εργάστηκε ως σερβιτόρος στη νυχτερινή ζωή και γνώρισε από κοντά σπουδαία ονόματα του ελληνικού τραγουδιού. Αργότερα, μαζί με τη σύζυγό του Λουίζα, ταξίδεψε στο εξωτερικό και εργάστηκε για γνωστές εφοπλιστικές οικογένειες στο Λονδίνο και την Ελβετία. Σήμερα, έχοντας επιστρέψει στον τόπο του, αφιερώνει τον χρόνο του στους επισκέπτες.

Ο Αντώνης Σιγάλας δεν κάνει μια συνηθισμένη ξενάγηση, δεν μιλά μόνο για τα αντικείμενα και τη χρησιμότητα τους αλλά επιλέγει να μιλήσει για τις λέξεις που γεννήθηκαν μέσα από αυτά. Όπως ο ίδιος εξηγεί στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, «είμαι εδώ στο μουσείο γιατί αγαπώ τον τόπο μου, την ιστορία του και του ανθρώπους του. Δεν μιλάω μόνο για τα αντικείμενα και πώς τα χρησιμοποιούσαν οι παλιοί, αλλά προσπαθώ μέσα από τις παροιμίες, που όλοι χρησιμοποιούμαι να τα γνωρίσουν οι επισκέπτες για να έχει ενδιαφέρον και να τους μείνει κάτι στο μυαλό φεύγοντας. Συνήθως οι περισσότεροι φεύγοντας από ένα μουσείο λαϊκής παράδοσης και τέχνης, δεν θυμούνται τίποτα έτσι αποφασισα να κάνω τις ξεναγήσεις μου με τον δικό μου τρόπο».

Τήνος

«Τα πήρε όλα σβάρνα» αλλά τι ήταν η σβάρνα;

Μπροστά σε ένα παλιό αγροτικό εργαλείο, μια συνηθισμένη φράση της καθημερινότητας αποκτά ξαφνικά άλλη σημασία. «Τα πήρε όλα σβάρνα και έφυγε λέμε. Από πού όμως προέρχεται αυτή η έκφραση;», ρωτάει τους επισκέπτες και σημειώνει πως, «η απάντηση βρίσκεται στο ίδιο το εργαλείο. Τι έκανε η σβάρνα για τον γεωργό; Είναι αυτή η ξύλινη πλάκα με τα σίδερα από κάτω, σπασμένα σίδερα, φαγωμένα έχει δουλέψει σκληρά,. Μετά το όργωμα γέμιζε το χωράφι με αυλάκια και σβώλους χώματα. Τότε ο γεωργός έβαζε τη σβάρνα στο χωράφι, ανέβαινε πάνω και γύριζε με το ζώο όλο το χωράφι. Η δουλειά της σβάρνας ήταν να σπάσει τους σβώλους και να ισιώσει το χωράφι, για να μπορέσει ο γεωργός να το καλλιεργήσει. “Τα πήρε όλα σβάρνα”, θα πει ότι τα ισοπέδωσε όλα. Τώρα βέβαια έχουμε φρέζα και τρακτέρ, αλλά δεν λέμα ότι τα φρέζαρε όλα».

Όταν η οκά είχε 400 δράμια

Για τον 84χρονο, κάθε λέξη είναι ένα μικρό παράθυρο στο παρελθόν, όπως και η φράση της λαϊκής σοφίας «τα έχει τετρακόσια». Με ένα έξυπνο χαμόγελο ρωτάει, «γνωρίζετε από πού προέρχεται αυτό που λέμε όλοι τα έχει τετρακόσια; Κανένας δεν ξέρει ουσιαστικά τι σημαίνει. Αυτό θα πει ότι τα έχει τετρακόσια και δεν χάνει καθόλου, δεν είναι ανισόρροπος», και τότε εμφανίζεται η παλιά ζυγαριά, και εξηγεί πως, «το 1950, όταν πήγαινα στην αγορά, αγόραζα μια οκά ντομάτες, μια οκά φασόλια. Δεν υπήρχε κιλό. Μια οκά είχε 400 δράμια, έτσι λειτουργούσε η παλιά μέτρηση. Συγκεκριμένα μια οκά είχε 400 δράμια και αργότερα 1.280 γραμμάρια, μας φέρανε το κιλό και μας φάγανε 280, μας φέρανε το ευρώ μας έφαγαν τις δραχμές. Έτσι καθιερώθηκε και η φράση, βάζοντας στη μια πλευρά της ζυγαριάς μια οκά και στην άλλη 400 δράμια, η ζυγαριά ισορροπεί, δεν γέρνει από καμία πλευρά. Άρα, λέμε αυτός τα έχει τετρακόσια, είναι ισορροπημένος άνθρωπος».

Η παράδοση των βωλαξιανών καλαθάδων

«Μόλις τελείωσα το Δημοτικό, κάτσε απέναντί μου, μου είπε ο μπαμπάς, και κάνε το καλαθάκι. Η καλαθοπλεκτική ήταν τότε βασικό κομμάτι της ζωής του χωριού. Ο παππούς μου, ο πατέρας μου και όλοι οι άνδρες του χωριού ήταν καλαθοπλέκτες. Ήταν το χωριό φημισμένο για τα καλάθια. Όλο το χωριό είχε ως κύρια απασχόληση τους καλαθάδες. Στην αρχή ήταν δύσκολα, αλλά με τον καιρό το χέρι πάει μόνο του», επισημαίνει ο κ Σιγάλας και σημειώνει πως η Βωλάξ ήταν φτωχή και ο ίδιος νεαρός και ανήσυχος, χρειάστηκε να αναζητήσει την τύχη του αλλού, έτσι «όταν έφτασα στα 18, το χωριό δεν με χωρούσε. Αναγκάστηκα να φύγω. Πήγα στην πρωτεύουσα και δούλεψα στη νυχτερινή ζωή της παλιάς Αθήνας».

«Ήμουν παιδί της νύχτας»

Η Αθήνα της νύχτας τον υποδέχθηκε σε μια εποχή που σήμερα μοιάζει σχεδόν μυθική. «Ήμουν παιδί της νύχτας. Κοιμόμασταν τη μέρα και ξυπνούσαμε τη νύχτα. Ως σερβιτόρος βρέθηκα δίπλα σε σπουδαία ονόματα του ελληνικού τραγουδιού. Πρώτα ήμουν με τον Μπιθικώτση και μετά συνεργάστηκα με τον Μανώλη Χιώτη, τη Μαίρη Λίντα, τον Μητροπάνο και τον Βοσκόπουλο».

Η φρυγανιά του Γρηγόρη Μπιθικώτση

 Για τη Μαίρη Λίντα η μνήμη του είναι γεμάτη θαυμασμό, «Η Λίντα ήταν ένας φωτεινός άνθρωπος, με ιδιαίτερο ταπεραμέντο. Χόρευε, τραγουδούσε με τσαχπινιά. Δούλεψα στα ‘’Ξημερώματα’’ στην Πατησίων και θυμάμαι τον Μπιθικώτση και τον Μητροπάνο. Δε θα ξεχάσω ποτέ όταν δούλευα στη Φωκίωνος Νέγρη με τον Μπιθικώτση και με τον Βοσκόπουλο, τότε νεαρό παιδί. Με φωνάζει ο Μπιθικώτσης και μου λέει, “Θα μου φέρεις δύο πιάτα βαθιά, το ένα με λάδι και το άλλο με ζάχαρη. Σαν σερβιτόρος του, τα πηγαίνω και μου δίνει δύο φρυγανιές ψωμάκι, με έκπληξη τον άκουσα να μου ζητάει να βουτήξω το ψωμί στο λάδι και μετά στη ζάχαρη. Έτρωγε παπάρα, όπως λέμε. Ήταν η αδυναμία του. Ο Μπιθικώτσης ήταν απλός και όμορφος άνθρωπος».

Αντώνης Σιγάλας

Ο Χιώτης, η Μαίρη Λίντα και η νύχτα

Ο Αντώνης Σιγάλας θυμάται και τον Μανώλη Χιώτη, αλλά και τις αλλαγές που έφερε στη νυχτερινή διασκέδαση. «Ο Χιώτης ήταν ο πρωτεργάτης που έφερε τα ηχεία για να ακούγεται το μπουζούκι. Τότε έπαιζαν δέκα μπουζούκια στις πίστες για να ακούγονται στο κέντρο. Ο Χιώτης πήγε Αμερική και επιστρέφοντας έφερε το ηχείο και άρχισε να παίζει μπουζούκι μόνος, έχοντας δίπλα του τη Μαίρη Λίντα. Ήταν μια εποχή που ο κόσμος διασκέδαζε διαφορετικά. Ο κόσμος τότε γλεντούσε. Όλοι χορεύαμε, κάναμε πάρτι στο σπίτι, διασκεδάζαμε με την ψυχή μας. Όλη η παλιά γενιά ήξερε να διασκεδάζει. Τώρα, βλέπω τα παιδιά, μαζεύονται στα σπίτια και κοιτάνε τα κινητά τους ούτε χορεύουν ούτε τραγουδάνε».

Από τα μπουζούκια στους εφοπλιστές

Από τη νύχτα μέσα σε λίγα χρόνια, ήρθε μια ακόμη μεγάλη αλλαγή στη ζωή του. «Στο νυχτερινό κέντρο που εργαζόμουν, ήρθε ένας γνωστός μου και μου λέει, “Ζητάνε ένα ζευγάρι Ελλήνων, για μέσα στο σπίτι από την οικογένεια Γουλανδρή, για οικονόμους στο Λονδίνο. Έτσι, μαζί με τη Λουίζα, τη σύζυγο μου ξεκίνησε μια νέα ζωή, εργαζόμασταν για πολλά χρόνια για εφοπλιστές σε πολλές γωνιές του κόσμου. μεταξύ άλλων για τους Γουλανδρή, Λαιμό και Χατζηπατέρα. Από τη Βωλάξ και οι δύο, βρεθήκαμε να εργαζόμαστε στο εξωτερικό για δεκαετίες. Μάθαμε γαλλικά και αγγλικά και από εκεί βγήκαμε στη σύνταξη».

«Η γυναίκα της ζωής μου»

Μέσα σε όλες αυτές τις διαδρομές, υπάρχει ένας άνθρωπος που ήταν σταθερά δίπλα του. Η Λουίζα. «Είναι η γυναίκα της ζωής μου. Είμαστε 54 χρόνια μαζί. Τα 50 κοινά μας χρόνια τα γιορτάσαμε με όλο το χωριό, κάναμε έναν δεύτερο γάμο. Τα γιορτάσαμε με ένα μεγάλο γλέντι, με βιολιά και τραπέζια», λέει με περηφάνια και όταν μιλά για το μυστικό μιας μακρόχρονης σχέσης, δεν χρειάζεται πολλές λέξεις, «υπομονή, το παν είναι να έχεις υπομονή και κατανόηση. Τώρα, τα ζευγάρια χωρίζουν με το παραμικρό. Όλοι κάνουν λάθη. Το θέμα είναι να συγχαρείς και να προχωράς».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
TAGS: Τήνος
74 0 Bookmark

Απόρρητο