Την ίδια στιγμή που ο Τζάρεντ Κούσνερ διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για τον πόλεμο στη Γάζα, η εταιρεία ιδιωτικών επενδύσεών του, Affinity Partners, κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο σε ισραηλινή εταιρεία η οποία στηρίζει επιχειρήσεις που εμπλέκονται στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ, σύμφωνα με έρευνα του CNN.
Όπως σημειώνει το CNN, ο Κούσνερ έχει αποφύγει τον ενδελεχή έλεγχο αυτής της πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων, επιλέγοντας να ενεργεί ως άμισθος απεσταλμένος αντί να αναλάβει κυβερνητικό αξίωμα, το οποίο θα τον υποχρέωνε να δημοσιοποιήσει τα οικονομικά του στοιχεία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Κούσνερ έχει διαμορφώσει έναν πρωτοφανή διττό ρόλο στην κυβέρνηση Τραμπ, συνδυάζοντας επικερδείς επιχειρηματικές δραστηριότητες με πολιτικές διαπραγματεύσεις υψηλού διακυβεύματος, εν μέσω ενός καταστροφικού πολέμου.
Το CNN αξιοποίησε τη νομοθεσία του Ισραήλ για τη χρηματοοικονομική διαφάνεια, προκειμένου να εντοπίσει ορισμένες από τις επενδύσεις της Phoenix Financial που συνδέονται με τον στρατιωτικό τομέα. Πρόκειται για εταιρεία με έδρα το Τελ Αβίβ, στην οποία ο επενδυτικός όμιλος του Κούσνερ διπλασίασε το ποσοστό συμμετοχής του πέρυσι, λίγο πριν από την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Στη συνέχεια, ο Κούσνερ χαρακτήρισε την Phoenix ως την «καλύτερη επένδυση» της Affinity.
Τα στοιχεία αυτά, τα οποία αφορούν μόνο ένα μέρος των επενδύσεων της Phoenix, δείχνουν ότι η εταιρεία έχει επενδύσει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια στην Elbit Systems, τη μεγαλύτερη εταιρεία κατασκευής οπλικών συστημάτων του Ισραήλ. Το CNN διαπίστωσε επίσης ότι η Phoenix κατέχει μερίδια σε τουλάχιστον οκτώ ακόμη εταιρείες που προμηθεύουν τον ισραηλινό στρατό με εξοπλισμό, από drones και πολεμικά πλοία έως μηχανήματα κατεδαφίσεων.
Και οι εννέα εταιρείες που εντόπισε το CNN είδαν την αξία των μετοχών τους να αυξάνεται πέρυσι, ενώ πολλές από αυτές ανέφεραν ότι ο πόλεμος στη Γάζα είχε ενισχύσει τη ζήτηση για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους.
Η Affinity δεν κατέχει άμεσα μερίδια στις εννέα εταιρείες που εντόπισε το CNN. Ωστόσο, επωφελείται οικονομικά όταν η Phoenix καταγράφει κέρδη.
Από την άνοιξη του 2025, ο Κούσνερ έχει αναδειχθεί σε βασικό εκπρόσωπο της κυβέρνησης Τραμπ για θέματα Μέσης Ανατολής, συμβουλεύοντας τον Τραμπ και ταξιδεύοντας σε διάφορες χώρες του κόσμου για να διαπραγματευτεί με ηγέτες, μεταξύ των οποίων και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου - ενώ έφτασε ακόμη και στο σημείο να παρουσιάσει σχέδια για την ανοικοδόμηση και τον μετασχηματισμό της Λωρίδας της Γάζας σε παγκόσμιο τουριστικό προορισμό.
Ο Κούσνερ ήταν ένας από τους βασικούς αρχιτέκτονες της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός στη Γάζα, που επιτεύχθηκε μεταξύ του Ισραήλ και της Χαμάς τον περασμένο Οκτώβριο. Παρά τη συμφωνία όμως, το Ισραήλ συνεχίζει να πραγματοποιεί σχεδόν καθημερινά πλήγματα στη Λωρίδα της Γάζας.
Το CNN σημειώνει ότι δεν εντόπισε καμία ένδειξη ότι οι ενέργειες του Κούσνερ ως διπλωμάτη επηρέασαν άμεσα τις επενδύσεις που εξετάστηκαν. Ωστόσο, η εταιρεία του έχει αποκομίσει σημαντικά κέρδη από την επένδυσή της στην Phoenix, ρευστοποιώντας τον Ιούλιο το ένα τέταρτο της συμμετοχής της έναντι περισσότερων από 340 εκατομμυρίων δολαρίων - απόδοση άνω του πενταπλάσιου της αρχικής επένδυσης σε μετοχές. Η Affinity, η οποία ανήκει αποκλειστικά στον Κούσνερ, παραμένει ο μεγαλύτερος μέτοχος της Phoenix, με ποσοστό 7,4%, αξίας άνω του 1 δισ. δολαρίων, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ιουλίου.
Ο Κούσνερ έχει μιλήσει ανοιχτά τόσο για την επένδυσή του στην Phoenix όσο και για τον ρόλο του ως διαμεσολαβητή για την ειρήνη, υποστηρίζοντας ότι το οικονομικό κέρδος αποτελεί τον καλύτερο δρόμο προς μια διαρκή ειρήνη. «Όταν φέρνεις έναν Άραβα και έναν Ισραηλινό μαζί και αρχίζουν να συζητούν για μια επιχειρηματική ευκαιρία, ξεχνούν όλα τα υπόλοιπα και τότε συνειδητοποιούν ότι έχουν πολλά κοινά», δήλωσε ο Κούσνερ στο podcast «No Priors» τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους.
«Οι επενδυτές μου από τη Μέση Ανατολή κοιτάζουν πλέον προς το Ισραήλ και λένε: “Μισό λεπτό, ίσως υπάρχει όφελος στο να τελειώσουν αυτοί οι πόλεμοι”», πρόσθεσε.
Ωστόσο, επικριτές υποστηρίζουν ότι οι οικονομικές διασυνδέσεις του Κούσνερ, σε συνδυασμό με τον ανεπίσημο ρόλο του ως ισχυρού εκπροσώπου του Λευκού Οίκου σε μια περιοχή που πλήττεται από τον πόλεμο, εγείρουν ερωτήματα σχετικά με το αν ενεργεί προς το συμφέρον των φορολογουμένων ή με γνώμονα το δικό του οικονομικό όφελος.
«Υπάρχουν πάντα άνθρωποι που κερδίζουν από τους πολέμους ή από τις κυβερνητικές πολιτικές. Η διαφορά είναι ότι αυτοί που επωφελούνται δεν θα πρέπει να είναι οι ίδιοι άνθρωποι που λαμβάνουν τις αποφάσεις για τη χάραξη αυτών των πολιτικών. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει εδώ», δήλωσε η Σίνθια Μπράουν, επικεφαλής σύμβουλος δεοντολογίας της οργάνωσης Citizens for Responsibility and Ethics in Washington.
Δικηγόρος του Κούσνερ δήλωσε στο CNN ότι ο Κούσνερ «ουδέποτε συμμετείχε στη λήψη ή κατεύθυνε τις επενδυτικές αποφάσεις της Phoenix», προσθέτοντας ότι «δεν είχε καμία ανάμειξη στην απόφαση για την αγορά, διακράτηση ή πώληση οποιασδήποτε από τις εννέα εταιρείες» που ανέδειξε το CNN και ότι ουδέποτε συμμετείχε στο διοικητικό συμβούλιο της Phoenix. Πρόσθεσε επίσης ότι «οποιοσδήποτε υπαινιγμός ότι το διπλωματικό έργο του Τζάρεντ επηρέασε τις επενδύσεις της Phoenix στις εταιρείες που αναφέρετε ή το αντίστροφο είναι εσφαλμένος».
Ωστόσο, ο Κούσνερ δήλωσε στο Forbes τον περασμένο Σεπτέμβριο ότι διατηρεί «έναν πολύ ενεργό διάλογο» με τον χρηματοοικονομικό όμιλο, πραγματοποιώντας κάθε λίγες εβδομάδες συνάντηση με την ηγεσία του.
Ο δικηγόρος του επιβεβαίωσε στο CNN ότι η δήλωση αυτή ήταν ακριβής την εποχή εκείνη και ότι ο Κούσνερ «επικοινωνούσε τακτικά με τη διοίκηση της Phoenix για θέματα που αφορούσαν την εταιρεία, τις ευρύτερες τάσεις της αγοράς και πιθανές στρατηγικές ευκαιρίες».
Ωστόσο, πρόσθεσε ότι η επικοινωνία του Κούσνερ με τη διοίκηση της Phoenix έχει περιοριστεί σημαντικά από τότε που «εμπλέκεται πολύ πιο ενεργά σε εθελοντική δημόσια υπηρεσία και διπλωματικές προσπάθειες».
Κάποιες από τις επενδύσεις της Phoenix σε εταιρείες που συνεργάζονται ή συνδέονται με τον ισραηλινό στρατό είχαν γίνει πριν η εταιρεία του Κούσνερ αποκτήσει το μεγαλύτερο ποσοστό στη Phoenix. Άλλες επενδύσεις έγιναν αργότερα, μεταξύ των οποίων σε μια εταιρεία που κατασκευάζει ηλεκτρονικούς πυροκροτητές για βλήματα που χρησιμοποιούνται στη Γάζα, καθώς και σε μια άλλη που κατασκευάζει εξαρτήματα για ισραηλινά άρματα μάχης.
Η Phoenix δεν θέλησε να σχολιάσει κάποιες εμφανείς ασυνέπειες στον τρόπο με τον οποίο είχαν καταχωριστεί ορισμένες από τις δημόσιες αναφορές της. Δύο ορκωτοί λογιστές στο Ισραήλ εξέτασαν ανεξάρτητα τα σχετικά στοιχεία και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, παρά τις συγκεκριμένες ασυνέπειες, τα έγγραφα που ανέλυσε το CNN αφορούν πράγματι επενδύσεις της Phoenix. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και οι επενδύσεις που εντόπισε το CNN σε εταιρείες που συνδέονται με τον ισραηλινό στρατό.
Τα συγκεκριμένα έγγραφα αφορούν μόνο ένα μέρος του επενδυτικού χαρτοφυλακίου της Phoenix. Όπως επιβεβαίωσαν οι λογιστές, δεν περιλαμβάνουν περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται σε συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς, ούτε συμμετοχές σε εταιρείες που η Phoenix κατέχει έμμεσα, μέσω αμοιβαίων κεφαλαίων, εταιρικών ομολόγων και άλλων χρηματοοικονομικών προϊόντων.
Η Phoenix δεν σχολίασε τα ευρήματα του CNN. Εκπρόσωπος της εταιρείας, ωστόσο, τόνισε ότι η Phoenix «τελεί υπό εποπτεία» και ότι η αξία για τους μετόχους προκύπτει κυρίως από τις επιχειρηματικές επιδόσεις της εταιρείας και όχι από τις αποδόσεις των επενδύσεών της.
Ως ιδιωτική εταιρεία, η Affinity, όπως και ο ίδιος ο Κούσνερ, δεν υποχρεούται από την αμερικανική νομοθεσία να δημοσιοποιεί πού επενδύει τα χρήματά της. Ο Κούσνερ αποκάλυψε τον Μάρτιο ότι μέχρι τότε η Affinity είχε πραγματοποιήσει 28 επενδύσεις. Ωστόσο, παραμένει άγνωστο πόσο μεγάλη είναι η επένδυσή της στην Phoenix σε σύγκριση με το σύνολο των υπόλοιπων επενδύσεών της.
Εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου απέρριψε τις ανησυχίες για πιθανή σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ του ρόλου του Κούσνερ ως άμισθου απεσταλμένου και της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, χαρακτηρίζοντάς τες «μια παρωχημένη αφήγηση που οι Δημοκρατικοί προβάλλουν εδώ και μια δεκαετία εναντίον του προέδρου Τραμπ, της οικογένειάς του και της κυβέρνησής του».
«Οι προσωπικές επιχειρηματικές δραστηριότητες του Τζάρεντ Κούσνερ δεν έχουν καμία σχέση με τις διπλωματικές του επαφές, τις οποίες πραγματοποιεί εθελοντικά, κατόπιν αιτήματος του προέδρου», δήλωσε η Άννα Κέλι, αναπληρώτρια εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου. Επικαλέστηκε, επίσης, το «επιτυχημένο έργο» του Κούσνερ σε προηγούμενες διπλωματικές προσπάθειες, μεταξύ άλλων και στη συμβολή του στη σύναψη των Συμφωνιών του Αβραάμ, των συμφωνιών εξομάλυνσης των σχέσεων μεταξύ του Ισραήλ και αρκετών αραβικών κρατών κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ.
Ωστόσο, οι Δημοκρατικοί έχουν επιδιώξει να ανοίξουν νέες έρευνες για τις δραστηριότητες του Κούσνερ στην περιοχή, οι οποίες θα μπορούσαν να ενταθούν αν ανακτήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων στις ενδιάμεσες εκλογές. Σε επιστολή που έστειλε στον Κούσνερ τον Απρίλιο, προαναγγέλλοντας έρευνα από την Επιτροπή Δικαστικών Υποθέσεων της Βουλής, ο Δημοκρατικός βουλευτής Τζέιμι Ράσκιν χαρακτήρισε τον διπλό ρόλο του Κούσνερ «εντελώς ασυμβίβαστο και ανήθικο». Όπως υποστήριξε, η κατάσταση αυτή «στοιχειώνει την αμερικανική εξωτερική πολιτική» από τότε που ο Τραμπ επέστρεψε στην Ουάσινγκτον το 2025.
«Ο πρόεδρος μου ζήτησε να αναλάβω μεγαλύτερο ρόλο»
Ο Κούσνερ ίδρυσε την εταιρεία που αργότερα θα μετεξελισσόταν στην Affinity Partners, με έδρα το Μαϊάμι, στις 21 Ιανουαρίου 2021, μόλις μία ημέρα μετά τη λήξη της πρώτης θητείας του Τραμπ.
Έξι μήνες αργότερα, η εταιρεία εξασφάλισε επένδυση ύψους 2 δισ. δολαρίων από το Public Investment Fund (PIF) της Σαουδικής Αραβίας, το κρατικό επενδυτικό ταμείο της χώρας, επικεφαλής του οποίου είναι ο διάδοχος του σαουδαραβικού θρόνου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Ο Κούσνερ είχε αναπτύξει στενή σχέση μαζί του κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ.
Την εποχή εκείνη, το διοικητικό συμβούλιο του PIF ενέκρινε την επένδυση παρά τις επιφυλάξεις ομάδας συμβούλων του ταμείου, οι οποίοι είχαν προειδοποιήσει, μεταξύ άλλων, για «την απειρία της διοίκησης του Affinity Fund», σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times.
Ακολούθησαν νέες σημαντικές εισροές κεφαλαίων από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, καθώς και μια σειρά επενδύσεων. Μεταξύ αυτών ήταν συμμετοχές στη Zamp, μια εταιρεία με έδρα το Άμπου Ντάμπι που δραστηριοποιείται στον χώρο των εστιατορίων fast food στη Βραζιλία, αλλά και στη γερμανική εταιρεία EGYM, που αναπτύσσει «έξυπνες» λύσεις για τη γυμναστική.
Το 2023, η Affinity προχώρησε στην πρώτη της επένδυση στο Ισραήλ, αποκτώντας έναντι 150 εκατ. δολαρίων ποσοστό 15% στη δραστηριότητα ενοικίασης αυτοκινήτων και παροχής πιστώσεων του Shlomo Group.
Την επόμενη χρονιά, η Affinity απέκτησε ποσοστό 4,95% στην Phoenix Financial έναντι 128,5 εκατ. δολαρίων. Η Phoenix είναι ένας από τους μεγαλύτερους χρηματοοικονομικούς ομίλους του Ισραήλ και δραστηριοποιείται στους τομείς των ασφαλίσεων, των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων και της διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.
Πέντε ημέρες πριν ο Τραμπ ορκιστεί και επιστρέψει στην προεδρία, η Affinity αύξησε περίπου στο διπλάσιο τη συμμετοχή της στην Phoenix, καθιστώντας την έτσι τη μεγαλύτερο μέτοχο της εταιρείας.
Ο Κούσνερ έχει χαρακτηρίσει την επένδυση αυτή ως ένα στοίχημα στις αντοχές και τη δυναμική της ισραηλινής οικονομίας. «Η επένδυσή μου στην Phoenix τον Ιούλιο του 2024 βασίστηκε στην πεποίθησή μου ότι το Ισραήλ έχει ανθεκτική οικονομία, αλλά και στην ισχυρή βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η επιχειρηματική δραστηριότητα της Phoenix», δήλωσε ο Κούσνερ στο Bloomberg, αφού έλαβε την έγκριση των αρμόδιων αρχών για να διπλασιάσει τη συμμετοχή του στην εταιρεία.
Η νέα επένδυση της Affinity στην Phoenix έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος του Ισραήλ στη Γάζα κλιμακωνόταν. Ο πόλεμος ξεκίνησε ως απάντηση στις φονικές επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, κατά τις οποίες σκοτώθηκαν περισσότεροι από 1.200 Ισραηλινοί.
Η ισραηλινή στρατιωτική εκστρατεία, την οποία Ισραηλινοί αξιωματούχοι έχουν υποστηρίξει ότι είναι αναγκαία για την εθνική ασφάλεια, έχει προκαλέσει τον θάνατο περισσότερων από 74.000 ανθρώπων, σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Υγείας της Παλαιστίνης. Επικριτές έχουν χαρακτηρίσει την εκστρατεία δυσανάλογη.
Ανεξάρτητη έρευνα των Ηνωμένων Εθνών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι στρατιωτικές ενέργειες του Ισραήλ στη Γάζα συνιστούν γενοκτονία, χαρακτηρισμό που το Ισραήλ έχει επανειλημμένα απορρίψει.
Ο Κούσνερ σύντομα ανέλαβε κεντρικό ρόλο στις προσπάθειες διαμεσολάβησης για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Σε αντίθεση όμως με την πρώτη θητεία του Τραμπ, όταν ο Κούσνερ ήταν ανώτερος σύμβουλος στον Λευκό Οίκο και είχε συμβάλει στη διαμόρφωση σημαντικών συμφωνιών, όπως οι Συμφωνίες του Αβραάμ, αυτή τη φορά επέλεξε να μην αναλάβει επίσημο κυβερνητικό ρόλο.
Αντί γι’ αυτό, από τον Μάιο του 2025 ο Κούσνερ άρχισε να λειτουργεί ως ανεπίσημος σύμβουλος του πεθερού του, την ώρα που ο πόλεμος είχε φτάσει στο αποκορύφωμά του.
Περιφερειακοί αξιωματούχοι δήλωναν τότε στο CNN ότι θεωρούσαν πολύτιμη τη συμβολή του Κούσνερ, ο οποίος γνωρίζει τον Νετανιάχου από τα εφηβικά του χρόνια και είχε αναπτύξει ισχυρές σχέσεις με άλλους σημαντικούς παράγοντες της περιοχής κατά την πρώτη διακυβέρνηση Τραμπ. Όπως ανέφεραν, θεωρούσαν ότι ο Κούσνερ ήταν πιο αποτελεσματικός από τον ειδικό απεσταλμένο του Τραμπ για τη Μέση Ανατολή, Στιβ Γουίτκοφ, στον χειρισμό των σύνθετων διαπραγματεύσεων.
«Όλα ξεκίνησαν ουσιαστικά με τη Γάζα. … Πέρασα αρκετό χρόνο βοηθώντας τον Στιβ, διακριτικά. Και όταν η κατάσταση στη Γάζα έγινε ιδιαίτερα έντονη, ο Στιβ και ο πρόεδρος μου ζήτησαν να εμπλακώ πιο ενεργά και σε επιχειρησιακό επίπεδο», δήλωσε αργότερα ο Κούσνερ.
Τον Σεπτέμβριο του 2025, ο Κούσνερ βρισκόταν στο Οβάλ Γραφείο όταν ο Νετανιάχου τηλεφώνησε στον πρωθυπουργό του Κατάρ, μετά το ισραηλινό πλήγμα στη Ντόχα που είχε στόχο ηγετικά στελέχη της Χαμάς. Αργότερα την ίδια ημέρα, ο Κούσνερ συναντήθηκε με τον Νετανιάχου και την αντιπροσωπεία του, προκειμένου να εξετάσουν ένα πλαίσιο συμφωνίας για κατάπαυση του πυρός στη Γάζα.
Τον Οκτώβριο του περασμένου έτους, ο Τραμπ έστειλε τον γαμπρό του στο Σαρμ ελ-Σέιχ της Αιγύπτου, προκειμένου να συμβάλει στην οριστικοποίηση της συμφωνίας. «Έχω τον Τζάρεντ», είχε δηλώσει τότε. «Βρείτε μου κάποιον πιο ικανό». Λίγες ημέρες αργότερα, ο Κούσνερ βρέθηκε στο Τελ Αβίβ, πανηγυρίζοντας για την κατάπαυση του πυρός, στη διαμόρφωση της οποίας είχε συμβάλει.
Ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη αυτές οι διπλωματικές προσπάθειες, ο Κούσνερ μιλούσε ανοιχτά και για τα επιχειρηματικά του συμφέροντα στην περιοχή. Τον Ιανουάριο, παρουσίασε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός ένα σχέδιο για την ανοικοδόμηση της Γάζας, το οποίο περιλάμβανε μια ζώνη «παράκτιου τουρισμού» αρκετά μεγάλη ώστε να φιλοξενήσει 180 ουρανοξύστες, καθώς και ένα αεροδρόμιο που θα αντικαθιστούσε εκείνο που καταστράφηκε από ισραηλινές επιθέσεις πριν από περισσότερες από δύο δεκαετίες.
Η «Νέα Γάζα» θα αποτελούσε ένα σημαντικό βιομηχανικό κέντρο, δήλωσε ο Κούσνερ, καλώντας τον ιδιωτικό τομέα να συμμετάσχει στην προσπάθεια και υποσχόμενος ότι στη Γάζα υπάρχουν «τεράστιες επενδυτικές ευκαιρίες».
Λίγες εβδομάδες αργότερα, τον Φεβρουάριο, κατά την πρώτη συνεδρίαση του «Συμβουλίου Ειρήνης» του Τραμπ, το οποίο δημιουργήθηκε για να επιβλέπει την ανοικοδόμηση και την ασφάλεια στη Γάζα, ο Κούσνερ, που είναι εκτελεστικό μέλος του συμβουλίου, δήλωσε: «Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους προσφέρουν εθελοντικά τις υπηρεσίες τους. Δεν το κάνουν για προσωπικό όφελος. Κανείς δεν αποκομίζει προσωπικό οικονομικό κέρδος από όλο αυτό».
Τόσο ο Κούσνερ όσο και ο συνάδελφός του, ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ, έχουν περιγράψει την προσέγγισή τους στη διπλωματία με όρους που θυμίζουν επιχειρηματικές διαπραγματεύσεις: να εντοπίζουν τι θέλει κάθε πλευρά, να ξεπερνούν τα εμπόδια και να καταλήγουν σε συμφωνίες.
Ο Κούσνερ έχει απορρίψει τις ανησυχίες για πιθανή «σύγκρουση» συμφερόντων μεταξύ των επιχειρηματικών και διπλωματικών του δραστηριοτήτων. Σε συνέντευξή του στην εκπομπή «60 Minutes Overtime» τον Οκτώβριο του 2025, δήλωσε: «Αυτό που κάποιοι αποκαλούν σύγκρουση συμφερόντων, ο Στιβ κι εγώ το θεωρούμε εμπειρία και σχέσεις εμπιστοσύνης».
Στην περίπτωση της επένδυσης της Affinity στην Phoenix, ο διπλωματικός ρόλος του Κούσνερ και τα προσωπικά του επιχειρηματικά συμφέροντα συνδέονται πλέον άμεσα.
Παρότι ο Κούσνερ, λόγω του ότι δρα ως άμισθος απεσταλμένος, δεν υποχρεούται να δημοσιοποιεί τις επενδύσεις και τα περιουσιακά του στοιχεία, η ισραηλινή νομοθεσία για τη χρηματοοικονομική διαφάνεια επιτρέπει να αποκτήσουμε μια εικόνα για μία από τις εταιρείες στις οποίες έχει επενδύσει η Affinity, σημειώνει το CNN. Ως εισηγμένη εταιρεία, η Phoenix υποχρεούται να υποβάλλει ανά τρίμηνο στις ισραηλινές εποπτικές αρχές στοιχεία για μέρος της επιχειρηματικής της δραστηριότητας. Τα έγγραφα αυτά δείχνουν ότι η Phoenix έχει επενδύσει σημαντικά κεφάλαια σε εταιρείες που έχουν συνεργαστεί με τον ισραηλινό στρατό, ενώ εκείνος διεξήγαγε πολεμικές επιχειρήσεις στη Γάζα, τον Λίβανο και το Ιράν.
Η μεγαλύτερη από αυτές τις επενδύσεις, ύψους τουλάχιστον 265 εκατ. δολαρίων, αφορά την Elbit Systems, τη μεγαλύτερη εταιρεία κατασκευής οπλικών συστημάτων στο Ισραήλ.
Μόνο τον τελευταίο χρόνο, η εταιρεία έχει εξασφαλίσει συμβόλαια εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων από το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας. Μεταξύ άλλων, έχει λάβει περίπου 200 εκατ. δολάρια για προηγμένα αερομεταφερόμενα πυρομαχικά, 48 εκατ. δολάρια για την προμήθεια χιλιάδων βλημάτων πυροβολικού των 155 χιλιοστών και 210 εκατ. δολάρια για την αναβάθμιση των αρμάτων μάχης του ισραηλινού στρατού.
Το Ισραήλ ήταν η μεγαλύτερη αγορά της Elbit το 2025, αντιπροσωπεύοντας το 32% των συνολικών εσόδων της εταιρείας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ισραηλινού χρηματιστηρίου, η Phoenix κατέχει τουλάχιστον το 0,6% της Elbit και έχει επενδύσει στην εταιρεία εδώ και περισσότερα από δέκα χρόνια.
Η Elbit έχει αναφέρει ότι η ζήτηση για τα προϊόντα της από το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας έχει αυξηθεί «σημαντικά» σε σχέση με την περίοδο πριν από την έναρξη του πολέμου στη Γάζα. Από την έναρξη του πολέμου, η μετοχή της Elbit έχει καταγράψει άνοδο άνω του 165%, σύμφωνα με τα στοιχεία του Χρηματιστηρίου του Τελ Αβίβ.
Προϊόντα της εταιρείας, η οποία κατασκευάζει ηλεκτρονικά και οπλικά συστήματα για τον στρατό, μεταξύ των οποίων βλήματα αρμάτων μάχης και βόμβες, έχουν εντοπιστεί στα σημεία πολλαπλών ισραηλινών επιθέσεων που προκάλεσαν τον θάνατο αμάχων, σύμφωνα με έρευνες του CNN και οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Μια ακόμη σημαντική επένδυση της Phoenix, αξίας άνω των 68 εκατ. δολαρίων, αφορά τη Next Vision, μια εταιρεία που κατασκευάζει κάμερες για στρατιωτικά drones και τις προμηθεύει σε εταιρείες του αμυντικού κλάδου, μεταξύ των οποίων η Elbit και η Israel Aerospace Industries.
Η Next Vision έχει αναφέρει ότι από την έναρξη του πολέμου στη Γάζα έχει αυξηθεί ο αριθμός των παραγγελιών που δέχεται από Ισραηλινούς πελάτες. Ωστόσο, μόλις το 12% των πωλήσεών της το 2025 προήλθε από το Ισραήλ.
Η Phoenix έχει επίσης επενδύσει τουλάχιστον 40 εκατ. δολάρια στη Reshef Technologies, μια εταιρεία που κατασκευάζει ηλεκτρονικούς πυροκροτητές για βλήματα πυροβολικού. Από την έναρξη του πολέμου στη Γάζα, η εταιρεία έχει αναφέρει παραγγελίες συνολικής αξίας 165 εκατ. δολαρίων από το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας.
Η Phoenix έχει επίσης μια πολύ μικρότερη επένδυση, ύψους 524.524 δολαρίων, στην Israel Shipyards, μια ναυπηγική εταιρεία που κατασκευάζει ταχύπλοα σκάφη για το ισραηλινό Πολεμικό Ναυτικό. Σύμφωνα με τις Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις (IDF), σκάφη που κατασκευάζει η Israel Shipyards έχουν χρησιμοποιηθεί στον πόλεμο στη Γάζα για την εκτόξευση πυραύλων κατά της περιοχής. Σε έκθεσή της το 2026, η εταιρεία ανέφερε ότι ο πόλεμος είχε «θετικές επιπτώσεις στις δραστηριότητές της», κάτι που αποτυπώνεται και στις παραγγελίες που έλαβε για στρατιωτικά πλοία, μεταξύ άλλων και από το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας. Το 2024, το υπουργείο υπέγραψε με την Israel Shipyards σύμβαση ύψους 780 εκατ. δολαρίων για την κατασκευή πέντε πλοίων, με το πρώτο να αναμένεται να παραδοθεί περίπου το 2031.
Μια ακόμη εταιρεία που ανέφερε ότι είδε τη ζήτηση για τα προϊόντα της να αυξάνεται κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γάζα είναι η Ashot Ashkelon. Η εταιρεία προμηθεύει τις ισραηλινές δυνάμεις με εξαρτήματα, όπως κιβώτια ταχυτήτων και συστήματα μετάδοσης, για τα άρματα μάχης και τα τεθωρακισμένα οχήματα που χρησιμοποιούνται στο πεδίο των επιχειρήσεων. Η Phoenix κατέχει ποσοστό άνω του 10% στην εταιρεία.
Η Phoenix έχει επίσης πραγματοποιήσει μικρότερες επενδύσεις σε δύο μεγάλες αμερικανικές εταιρείες, την Boeing και την Caterpillar. Και οι δύο προμηθεύουν προϊόντα που χρησιμοποιούνται από τον ισραηλινό στρατό.
Η Phoenix έχει επενδύσει 4 εκατ. δολάρια στην Boeing, η οποία κατασκευάζει, μεταξύ άλλων, μαχητικά αεροσκάφη και ελικόπτερα, καθώς και βόμβες και κιτ που μετατρέπουν βόμβες βάρους σε κατευθυνόμενα πυρομαχικά ακριβείας.
Η Phoenix έχει επίσης μικρότερη συμμετοχή στην Caterpillar, αξίας 2,5 εκατ. δολαρίων. Μέσω του προγράμματος Foreign Military Sales (FMS), η αμερικανική κατασκευάστρια εταιρεία έχει προμηθεύσει τον ισραηλινό στρατό με μπουλντόζες, οι οποίες, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, έχουν χρησιμοποιηθεί για την ισοπέδωση ολόκληρων περιοχών στον Λίβανο και τη Γάζα. Ο ΟΗΕ έχει καλέσει την Caterpillar να σταματήσει τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες με το Ισραήλ, προειδοποιώντας ότι ενδέχεται να είναι συνένοχη σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η Affinity ανέφερε στο CNN ότι ο Κούσνερ δεν είχε καμία άμεση εμπλοκή στις αποφάσεις της εταιρείας σχετικά με τις επιχειρήσεις στις οποίες επενδύει.
Ωστόσο, σε συνεντεύξεις του, ο Κούσνερ έχει περιγράψει ότι παρακολουθεί στενά τη δραστηριότητα κάθε εταιρείας στην οποία επενδύει η Affinity.
«Στη δουλειά μου, προσπαθώ να συνεργάζομαι με ανθρώπους που εκτιμώ, να επενδύω σε εταιρείες που με ενθουσιάζουν και να στηρίζω εγχειρήματα που πιστεύω ότι μπορούν να αποδώσουν», δήλωσε ο Κούσνερ τον περασμένο Σεπτέμβριο στο podcast «No Priors».
Ο Κούσνερ έχει μιλήσει ανοιχτά και για το πώς η Affinity και η συμμετοχή της στην Phoenix μπορούν να λειτουργήσουν ως γέφυρα ανάμεσα στα επιχειρηματικά του συμφέροντα και τις πολιτικές του επιδιώξεις στη Μέση Ανατολή.
Στο ίδιο podcast, ο Κούσνερ περιέγραψε επίσης τις έντονες συζητήσεις που είχε με τους επενδυτές του από τις χώρες του Κόλπου σχετικά με την αρχική απόφαση της Affinity να επενδύσει στην Phoenix. «Όταν πήραμε την απόφαση, έγιναν πολύ έντονες συζητήσεις στην επενδυτική μας επιτροπή, γιατί μου είπαν: “Κοίτα, στη χώρα είναι έτοιμος να ξεσπάσει πόλεμος”, κάτι που κι εμείς θεωρούσαμε πιθανό να συμβεί, “και πώς θα το εξηγήσουμε αυτό στους επενδυτές αν τα πράγματα πάνε στραβά;”. Κι εγώ απάντησα: “Καταρχάς, δεν είναι κακό να έχουν πλέον μεγαλύτερο οικονομικό συμφέρον από την οικονομία του Ισραήλ”».
Ο Κούσνερ άφησε να εννοηθεί ότι αυτή η σχέση θα μπορούσε να λειτουργήσει και προς την αντίθετη κατεύθυνση, με την Phoenix να επενδύει με τη σειρά της στη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
«Το επόμενο βήμα είναι η Phoenix, μια τεράστια εταιρεία, να εξετάζει πλέον επενδύσεις στη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και να σκέφτεται πώς θα μπορούσε να διοχετεύσει τα τεράστια κεφάλαιά της σε έργα υποδομής στην ευρύτερη περιοχή. Και αυτό, με τη σειρά του, θα φέρει ακόμη περισσότερο τους ανθρώπους πιο κοντά», δήλωσε.
Ο Κούσνερ υποστήριξε ότι, σε τελική ανάλυση, οι επενδύσεις της Affinity επικεντρώνονται «στις μεγάλες τάσεις που πιστεύουμε ότι αλλάζουν τον κόσμο», προσθέτοντας: «Πιστεύω ότι μεγάλο μέρος αυτής της προσπάθειας αφορά τις συνεργασίες και τη στήριξη των σωστών εταιρειών».
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.