Η Κίνα έκανε 1.300 αποστολές εξαρτημάτων για drones και πυραύλους στο Ιράν μέσα σε έξι μήνες

Τελωνειακά στοιχεία που ανέλυσε η Wall Street Journal δείχνουν αύξηση των αεροπορικών φορτίων προς το ιρανικό υπουργείο Άμυνας

Κίνα: 1.300 αποστολές εξαρτημάτων για drones και πυραύλους στο Ιράν

Περίπου 1.300 αεροπορικές αποστολές εξαρτημάτων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην κατασκευή μη επανδρωμένων αεροσκαφών και πυραυλικών συστημάτων έστειλαν κινεζικές εταιρείες στο Ιράν κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, σύμφωνα με ανάλυση ιρανικών τελωνειακών δεδομένων που επικαλείται η Wall Street Journal.

Τα στοιχεία αποκτούν ιδιαίτερη σημασία καθώς αποτυπώνουν την έκταση των εμπορικών ροών μεταξύ Κίνας και Ιράν σε μια περίοδο κατά την οποία η Τεχεράνη βρίσκεται υπό ασφυκτική αμερικανική πίεση και οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει σειρά κυρώσεων σε δίκτυα που, σύμφωνα με την Ουάσινγκτον, προμηθεύουν την ιρανική αμυντική βιομηχανία.

Σύμφωνα με τη WSJ, οι περίπου 1.300 αποστολές αφορούσαν προϊόντα «διπλής χρήσης», δηλαδή εξαρτήματα που μπορούν να έχουν πολιτικές εφαρμογές αλλά παράλληλα μπορούν να ενσωματωθούν σε στρατιωτικά συστήματα.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ηλεκτρονικά εξαρτήματα, συσκευές GPS, ηλεκτρικοί κινητήρες και εξαρτήματα κινητήρων αεροσκαφών, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε drones αλλά και σε συστήματα καθοδήγησης πυραύλων. Οι αποστολές κατευθύνονταν προς το ιρανικό υπουργείο Άμυνας και συνδεόμενες με αυτό εταιρείες.

Αποστολή την ημέρα της εκεχειρίας

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο χρόνος ορισμένων από τις παραδόσεις.

Όπως αναφέρει η Wall Street Journal, ένα αεροσκάφος από την Κίνα προσγειώθηκε στην Τεχεράνη την ίδια ημέρα που ΗΠΑ και Ιράν συμφώνησαν σε προσωρινή εκεχειρία, μεταφέροντας φορτίο για το ιρανικό υπουργείο Άμυνας.

Το φορτίο περιείχε ηλεκτρονικά εξαρτήματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή τμημάτων drones και συστημάτων καθοδήγησης πυραύλων.

Δύο ημέρες αργότερα, σύμφωνα με τα τελωνειακά στοιχεία που εξέτασε η αμερικανική εφημερίδα, καταγράφηκαν περισσότερες από δώδεκα ακόμη αποστολές με εξαρτήματα για drones, συνολικής αξίας άνω των 6 εκατ. δολαρίων.

Το στοιχείο αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι το Πεκίνο έδωσε εντολή για συγκεκριμένες στρατιωτικές παραδόσεις. Καταγράφει όμως μια αξιοσημείωτη ροή εξαρτημάτων από κινεζικές επιχειρήσεις προς το ιρανικό αμυντικό σύστημα, ακόμη και σε περίοδο κατά την οποία η Κίνα εμφανιζόταν δημόσια ως δύναμη που επιδίωκε αποκλιμάκωση.

Η «αερογέφυρα» Κίνας - Ιράν

Η έρευνα της WSJ καταγράφει παράλληλα αύξηση των πτήσεων cargo από την Κίνα προς το Ιράν μέσα στο 2026.

Οι αποστολές έφταναν στο Διεθνές Αεροδρόμιο Ιμάμ Χομεϊνί της Τεχεράνης, με την αεροπορική μεταφορά να αποκτά μεγαλύτερη σημασία για το Ιράν καθώς οι αμερικανικές επιχειρήσεις και κυρώσεις περιόρισαν τις δυνατότητες του ιρανικού θαλάσσιου εμπορίου.

Η WSJ χαρακτηρίζει την αεροπορική αυτή οδό σημαντική για τη διατήρηση των προγραμμάτων παραγωγής drones και βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν. Τα τελωνειακά αρχεία που εξετάστηκαν καλύπτουν ευρύτερα την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2025 έως τα τέλη Ιουνίου του 2026 και καταγράφουν χιλιάδες αποστολές προς το ιρανικό υπουργείο Άμυνας και ιρανικές εταιρείες εξαρτημάτων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην παραγωγή όπλων.

Σε αρκετές περιπτώσεις, τα εμπορεύματα εμφανίζονται στα τελωνειακά αρχεία με αναφορά στο «Άρθρο 119» της ιρανικής τελωνειακής νομοθεσίας, διάταξη που προβλέπει πλήρη απαλλαγή από δασμούς για εισαγωγές εξοπλισμού που προορίζεται για εξοπλιστικά και αμυντικά προγράμματα.

Οι αμερικανικές κυρώσεις δείχνουν το ίδιο δίκτυο

Τα στοιχεία της WSJ έρχονται να προστεθούν σε μια σειρά αμερικανικών ενεργειών κατά κινεζικών και άλλων εταιρειών που, σύμφωνα με την Ουάσινγκτον, συμμετέχουν στην προμήθεια εξαρτημάτων για την ιρανική πολεμική βιομηχανία.

Στις 8 Μαΐου 2026, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών επέβαλε κυρώσεις σε 10 πρόσωπα και εταιρείες σε διάφορες χώρες, μεταξύ άλλων στην Κίνα και το Χονγκ Κονγκ. Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο, τα δίκτυα αυτά διευκόλυναν την προμήθεια όπλων και πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται στα ιρανικά drones της σειράς Shahed και στο πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων.

Έναν μήνα αργότερα, στις 10 Ιουνίου, η Ουάσινγκτον ανακοίνωσε νέες κυρώσεις σε εννέα πρόσωπα και οντότητες που, σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, υποστήριζαν τις προμήθειες όπλων του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) και του ιρανικού υπουργείου Άμυνας.

Μεταξύ των στόχων βρίσκονταν και πρόσωπα και εταιρείες με έδρα την Κίνα και το Χονγκ Κονγκ. Το αμερικανικό υπουργείο ανέφερε ότι κινεζικά δίκτυα είχαν εμπλακεί σε προμήθειες όπλων και σε προσπάθειες απόκτησης συστημάτων αεράμυνας μικρού βεληνεκούς, συμπεριλαμβανομένων φορητών αντιαεροπορικών συστημάτων (MANPADS).

Τον Ιούλιο, η Ουάσινγκτον επέβαλε επίσης κυρώσεις σε πρόσωπα και εταιρείες στην Κίνα, την Ινδία, τη Ρωσία και το Ιράν που, σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, παρείχαν υπηρεσίες στην Mahan Air, την ιρανική αεροπορική εταιρεία που έχει τεθεί υπό αμερικανικές κυρώσεις. Η Ουάσινγκτον έχει κατηγορήσει εδώ και χρόνια τη Mahan Air ότι λειτουργεί ως σημαντικός δίαυλος για τη μεταφορά προσωπικού, εξοπλισμού και όπλων που συνδέονται με τους Φρουρούς της Επανάστασης.

Το Πεκίνο απορρίπτει τις αμερικανικές κατηγορίες

Το Πεκίνο έχει απορρίψει τις αμερικανικές κυρώσεις και τις κατηγορίες περί κινεζικής υποστήριξης στις ιρανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Τον Μάιο, μετά την επιβολή κυρώσεων σε κινεζικές εταιρείες, το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών χαρακτήρισε τα αμερικανικά μέτρα μονομερή και παράνομα και δήλωσε ότι η Κίνα θα προστατεύσει τα νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα των κινεζικών επιχειρήσεων.

Το Πεκίνο υποστηρίζει παράλληλα ότι επιδιώκει την ειρηνική επίλυση της σύγκρουσης και έχει εμφανιστεί ως ένας από τους βασικούς διπλωματικούς συνομιλητές της Τεχεράνης.

Ωστόσο, η εικόνα που προκύπτει από τα τελωνειακά δεδομένα είναι πιο σύνθετη: την ώρα που η Κίνα καλεί δημόσια σε αποκλιμάκωση, εμπορικές ροές από κινεζικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να τροφοδοτούν το ιρανικό αμυντικό οικοσύστημα με εξαρτήματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε στρατιωτικά συστήματα.

Από τα εξαρτήματα στα έτοιμα όπλα

Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς οι αμερικανικές αρχές έχουν καταγράψει επανειλημμένα τη χρήση κινεζικών εταιρειών ως κρίκων σε δίκτυα προμηθειών του Ιράν.

Ήδη από το 2024, το αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου είχε εντοπίσει κινεζικές εταιρείες που, σύμφωνα με την Ουάσινγκτον, προμηθεύονταν εξαρτήματα αεροδιαστημικής διπλής χρήσης για την Iran Aircraft Manufacturing Company (HESA), τα οποία μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην παραγωγή drones της οικογένειας Shahed.

Το αμερικανικό υπουργείο έχει επισημάνει ότι το Ιράν χρησιμοποιεί σε μεγάλο βαθμό εμπορικά διαθέσιμα εξαρτήματα στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη του. Μεταξύ των κατηγοριών που έχουν εντοπιστεί βρίσκονται ηλεκτρονικά κυκλώματα, επεξεργαστές, μικροελεγκτές, πομποδέκτες, αισθητήρες πλοήγησης, γυροσκόπια, επιταχυνσιόμετρα, κινητήρες και εξαρτήματα κινητήρων.

Αυτό είναι και το βασικό πρόβλημα για την αποτελεσματικότητα των κυρώσεων: ένα σημαντικό μέρος της τεχνολογίας που απαιτείται για ένα σύγχρονο drone δεν είναι απαραίτητα ένα εξειδικευμένο στρατιωτικό προϊόν. Μπορεί να πρόκειται για εξαρτήματα που παράγονται μαζικά για πολιτικές ή βιομηχανικές εφαρμογές και στη συνέχεια διοχετεύονται σε στρατιωτικά προγράμματα.

Η Κίνα και το νέο εξοπλιστικό δίκτυο του Ιράν

Η εξέλιξη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η σχέση Πεκίνου - Τεχεράνης έχει αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική σημασία.

Τον Ιούλιο, το Reuters μετέδωσε ότι το Ιράν επρόκειτο να παραλάβει από την Κίνα έως και 400 φορητούς εκτοξευτές αντιαεροπορικών πυραύλων, στο πλαίσιο συμφωνίας ύψους περίπου 60-70 εκατ. δολαρίων. Η συμφωνία αφορούσε συστήματα QW-12 και FN-16 και, σύμφωνα με πηγές που επικαλέστηκε το πρακτορείο, οι αποστολές θα μπορούσαν να περάσουν μέσω Πακιστάν. Το Ισλαμαμπάντ αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή.

Παράλληλα, το Reuters έχει καταγράψει ότι η Κίνα παραμένει ο σημαντικότερος αγοραστής του ιρανικού πετρελαίου, ενώ οι δύο χώρες βρίσκονται αντιμέτωπες με αμερικανικές κυρώσεις και πιέσεις που αφορούν τόσο την ενέργεια όσο και την αμυντική συνεργασία.

Η Ουάσινγκτον, από την πλευρά της, έχει αυξήσει την πίεση προς κινεζικές επιχειρήσεις. Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα τώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Σι Τζινπίνγκ συναντώνται στην Ουάσινγκτον, με τις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας να βρίσκονται ήδη υπό ένταση λόγω εμπορίου, τεχνολογίας και ασφάλειας. Το Reuters επισημαίνει ότι η κινεζική στάση απέναντι στο Ιράν αποτελεί ένα από τα δύσκολα ζητήματα στο ευρύτερο πλαίσιο των σχέσεων των δύο χωρών.

Τι δείχνουν συνολικά τα στοιχεία

Το νέο ρεπορτάζ δεν τεκμηριώνει ότι η Κίνα έστειλε στο Ιράν 1.300 έτοιμα οπλικά συστήματα. Το εύρημα αφορά περίπου 1.300 αποστολές εξαρτημάτων διπλής χρήσης, πολλά από τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν στην κατασκευή drones και πυραυλικών συστημάτων.

Η σημασία του ευρήματος βρίσκεται στην κλίμακα και τη συνέχεια των ροών. Τα τελωνειακά στοιχεία δείχνουν ότι, παρά την αμερικανική πίεση, τα δίκτυα προμηθειών του Ιράν συνέχισαν να λειτουργούν και ότι η αεροπορική σύνδεση με την Κίνα αποτέλεσε σημαντικό μέρος αυτής της διαδικασίας.

Ταυτόχρονα, οι διαδοχικές αμερικανικές κυρώσεις του Μαΐου, του Ιουνίου και του Ιουλίου δείχνουν ότι η Ουάσινγκτον θεωρεί πως κινεζικές εταιρείες, διαμεσολαβητές και χρηματοπιστωτικά δίκτυα αποτελούν κρίκους της προσπάθειας του Ιράν να διατηρήσει την παραγωγή και αναπλήρωση των οπλικών του συστημάτων.
 

Πηγή: skai.gr
3 0 Bookmark

Απόρρητο