25 τα εκατό, το όριο της Πρωθυπουργίας;

Στην πολιτική έχει μεγάλη σημασία ποιος θέτει τους όρους του παιχνιδιού, την ατζέντα. Ποιος έχει την πρωτοβουλία, την οποία τελικά ακολουθούν οι υπόλοιποι.

Κυριάκος Μητσοτάκης

Ο Πρωθυπουργός έχει πλέον πυκνώσει τις εμφανίσεις του στα ΜΜΕ, ενόψει των εκλογών που πλησιάζουν, όποτε κι αν γίνουν. Το ρίσκο της ολοκλήρωσης της τετραετίας έχει αναληφθεί και ο σχεδιασμός ξεδιπλώνεται, αξιοποιώντας το διαθέσιμο οπλοστάσιο της Κυβέρνησης, με πρώτα βέβαια τα καλά δημοσιονομικά αποτελέσματα. Ο κ. Μητσοτάκης παίρνει λοιπόν όλο και περισσότερο το παιχνίδι πάνω του, αφού θεωρεί, με βάση τα ευρήματα και την προηγούμενη εμπειρία, πως εξακολουθεί να αποτελεί το πιο βαρύ χαρτί για την Κυβέρνησή του. Δεν είναι τυχαίο πως από τη στιγμή που ανέλαβε την ηγεσία της ΝΔ, το 2016, δεν έχει ούτε στιγμή χάσει το δημοσκοπικό προβάδισμα, ούτε κομματικά, ούτε προσωπικά και μάλιστα με διαφορά. 

Σε κάποιους ίσως να μοιάζει και παράδοξο, μετά από 7,5 χρόνια στην εξουσία και με τα προβλήματα στην κοινωνία να είναι τόσο έντονα (ιδίως με το θέμα της ακρίβειας), όμως αυτό αποτυπώνεται παντού. Ίσως, γιατί μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας αντιλαμβανόμενη τη δύσκολη διεθνή συγκυρία δεν αποδίδει όλη την ευθύνη για τα εσωτερικά δεινά στους χειρισμούς της Κυβέρνησης- όπως επιχειρεί η αντιπολίτευση-, αλλά μόνο ό,τι της αναλογεί. Και πάντως συγκρίνει με τις εναλλακτικές, τι θα έκαναν οι άλλοι, αν ήταν στη θέση της και η σύγκριση δεν ευνοεί, μέχρι τώρα, τους άλλους Αρχηγούς. Σε κάθε περίπτωση, μεγάλο μέρος της επερχόμενης μάχης, όπως πάντα, θα κριθεί στην πειστικότητα και την κυβερνητική δυνατότητα των Αρχηγών, προσωπικά. Και σε αυτό το σημείο ο νυν Πρωθυπουργός εξακολουθεί να υπερέχει. 

Στις διάφορες συνεντεύξεις που παραχωρεί λοιπόν, παράλληλα με την ανάδειξη του κυβερνητικού έργου, αρχίζει και θέτει το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η αναμέτρηση και να θέτει τα κρίσιμα διλήμματα. Το βασικό από αυτά είναι βέβαια αυτό της σταθερότητας, ιδίως στη διεθνή συγκυρία που βιώνουμε. Αλλά το κεντρικό αυτό δίλημμα, που θα τεθεί με αυξανόμενη ένταση προοδευτικά, έχει κι άλλες (υπο)παραμέτρους. Θα τεθεί με διάφορους τρόπους και με παραλλαγές. Σε μια αποστροφή του λόγου του λοιπόν και ενώ ο βασικός στόχος της Κυβέρνησης παραμένει η επίτευξη της αυτοδυναμίας και πάντως η επίτευξη της 3ης διαδοχικής νίκης, ανέφερε πως για τον ίδιο, το όριο του 25% αποτελεί το όριο αποτυχίας. Σε περίπτωση που δεν το πιάσει, θα αποχωρήσει από την ηγεσία και θα παραχωρήσει το πεδίο για τους επόμενους. 

Η δήλωσή του αυτή έχει προκαλέσει από έκπληξη ως ενδιαφέρον. Και έχει αναλυθεί από πολλές πλευρές, κατά το δοκούν. Από κάποιους μάλιστα έχει επιχειρηθεί να ερμηνευθεί ακόμα και ως δήλωση ήττας ή πρόθεσης αποχώρησης, μάλλον σε μια προσπάθεια να παρουσιάσουν τους δικούς τους ευσεβείς πόθους ως πραγματικότητα. Αν επιχειρήσουμε κι εδώ μια ερμηνεία της δήλωσης αυτής, θα δούμε ότι έχει δυνητικά πολλές στοχεύσεις. Πρώτα απ’ όλα αποτελεί μια σαφή τοποθέτηση. Ενδεχομένως και γενναία. Δε μένει σε γενικόλογα «ήξεις αφήξεις». Και αυτό έχει τη σημασία του, αφού για παράδειγμα οι υπόλοιποι Αρχηγοί δεν θέλουν να είναι τόσο συγκεκριμένοι, αντιλαμβανόμενοι το ρίσκο μιας σαφούς δήλωσης. Σε επίμονες ερωτήσεις δημοσιογράφων μένουν στους γενικόλογους στόχους περί «πολιτικής αλλαγής», «προοδευτικής συμμαχίας» και άλλα τέτοια. Καμία ποσοτικοποίηση, όχι μόνο ποσοστών, ούτε καν θέσης στη σειρά κατάταξης. Και ας θέτουν συγκεκριμένους στόχους, ακόμα και 1ου κόμματος. Ωραία, κι αν αυτό δεν επιτευχθεί, τι συνιστά για εκείνους αποτυχία; Δεν μας το λένε. Ίσως το αφήνουν για τη βραδιά των εκλογών…

Ο Πρωθυπουργός έθεσε τον κάτω πήχη. Και τον έθεσε σε έναν ρεαλιστικό, συντηρητικό μάλλον στόχο, βασισμένο στην πρόθεση ψήφου της συντριπτικής πλειοψηφίας των ερευνών, που κινείται σε αυτά τα επίπεδα. Θα λέγαμε στο επίπεδο του σκληρού πυρήνα των ψηφοφόρων της ΝΔ, όπως έχει επιβεβαιωθεί σε αναμετρήσεις και έρευνες διαδοχικά. Απευθύνεται λοιπόν και προς αυτούς ο Πρωθυπουργός. Τους λέει να κινητοποιηθούν, να αυξήσουν τη συσπείρωση, ώστε με βάση το ποσοστό αυτό (από το οποίο ήδη απέχουν αρκετά οι υπόλοιποι) να επιχειρηθεί η διεύρυνση που θα προσεγγίσει τον υπέρτατο στόχο. Κι έπειτα απευθύνεται και στο λοιπό εκλογικό σώμα, με έμφαση το πολιτικό Κέντρο, που τον στήριξε και το 2019 και το 2023. Τους καλεί να μην επιλέξουν την αποστασιοποίηση, αλλά να δώσουν μία ακόμα παράταση στη συγκεκριμένη πολιτική και κατεύθυνση που έχει πάρει η χώρα. 

Πράγματι, με υφιστάμενα θέματα που πιέζουν την κοινωνία, με κυβερνητικές αστοχίες και δυσάρεστα φαινόμενα που είναι συνυφασμένα με μια μακρόχρονη παραμονή στην εξουσία, υπάρχει μία σωρευμένη κόπωση, που αφορά τόσο την Κυβέρνηση, όσο και τον επικεφαλής της. Αυτή μάλιστα εκφράζεται ως πλειοψηφία στο εκλογικό σώμα. Το ίδιο όμως ίσχυε ακόμα και τη βραδιά της μεγάλης νίκης του 2023. Το (σχεδόν) 41% της βραδιάς εκείνης, που καταγράφηκε ως σπουδαία νίκη, μαθηματικά είχε εναντίον το 59% του λαού. Και πάλι την πλειοψηφία δηλαδή. Στις σύγχρονες αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες όμως, κρίσιμη σημασία έχουν οι συγκροτημένες ομάδες υποστήριξης και τελικά οι σχετικές πλειοψηφίες, όχι οι απόλυτες. 

Σε μια τέτοια στοχεύει και τώρα ο Πρωθυπουργός. Γιατί αν έχει απέναντί του μια μεγάλη κοινωνική μερίδα, από ετερόκλητα κομμάτια, συνεχίζει να έχει και μία υπολογίσιμη μερίδα υποστηρικτών. Ανθρώπων που βλέπουν, σταθμίζουν και αποφασίζουν, όχι πάντα με τον ίδιο ενθουσιασμό, αλλά πάντως με κριτήριο ανάθεσης ευθύνης στον πλέον κατάλληλο. Αυτούς θέλει να ενεργοποιήσει, λέγοντας «αν με θέλετε στο παιχνίδι, κινητοποιηθείτε». Αν το καταφέρει, μπορεί να αποδειχτούν αρκετοί. Τουλάχιστον για το 25%. 

Και τι άλλο θέτει αυτό το ποσοστό; Πέρα από ένα παράλληλο μήνυμα προς το εσωτερικό, προς τυχόν «βιαστικούς», ότι εφόσον αυτό επιτευχθεί καλό είναι να περιμένουν λίγο ακόμα για τις δικές τους, θεμιτές, φιλοδοξίες, μήπως λέει και κάτι άλλο, πολύ απλό; Μήπως δηλαδή, μόλις μας αποκαλύφθηκε το ελάχιστο ποσοστό μιας νέας πρωθυπουργίας του; Ίσως ακούγεται πρόωρο, ίσως παράδοξο, αλλά μια προσεκτικότερη ανάγνωση, μάλλον θα καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα.

Εξηγούμαι: όλοι πλέον, πρωταγωνιστές και αναλυτές, παραδέχονται πως Κυβέρνηση δίχως το 1ο κόμμα είναι ανέφικτη. Καμία Κυβέρνηση ηττημένων, καμία άλλη εναλλακτική. Το 1ο κόμμα, ως νικητής των εκλογών, θα μετέχει οπωσδήποτε στο κυβερνητικό σχήμα. Αν όχι ως αυτοδύναμο, πάντως ως βασικός εταίρος. Το λένε και τα 2 βασικά κόμματα της αντιπολίτευσης, ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ, για να τονίσουν και το επιχείρημά τους, ότι πρέπει άλλος να είναι 1ος.  Λένε επίσης -πέρα από ανεφάρμοστα σενάρια φαντασίας- πως με βάση και τη δημοκρατική αρχή, πρωθυπουργός θα είναι ο Αρχηγός του 1ου κόμματος. 

Λογικό, αν έχει κερδίσει και αν προηγείται πολύ του 2ου, ποιος θα θέσει όρο για το πρόσωπο και με ποια νομιμοποίηση; Εφόσον λοιπόν η ΝΔ κερδίσει την αναμέτρηση και συγκεντρώσει πάνω από 25%, πρωθυπουργός (και) της επόμενης Κυβέρνησης θα είναι ο νυν Αρχηγός της, που θα παραμείνει στα πράγματα μέχρι να ανακοινώσει αλλαγή στόχευσης. Καταλήγει τόσο απλό. Στην πολιτική έχει μεγάλη σημασία ποιος θέτει τους όρους του παιχνιδιού, την ατζέντα. Ποιος έχει την πρωτοβουλία, την οποία τελικά ακολουθούν οι υπόλοιποι. Και είναι γεγονός πως εδώ και χρόνια, την πρωτοβουλία, τη δημιουργία γεγονότων (εκτός κρίσεων), την έχει σχεδόν μονοπωλιακά ο νυν Πρωθυπουργός. Όσο αυτό συνεχίζεται, αυξάνονται και οι πιθανότητες να διατηρήσει τη θέση του για μερικά ακόμη χρόνια. Και βλέπουμε. 

* Ο Νίκος Κασκαβέλης είναι Δικηγόρος-Πολιτικός Αναλυτής, ΜΔΕ-Msc

12 0 Bookmark

Απόρρητο