Αμετάβλητο στο 2,5% αναμένεται να διατηρήσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) το βασικό επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων στη συνεδρίαση της Πέμπτης 29 Οκτωβρίου, παρά την επιτάχυνση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη. Οι υψηλές τιμές της ενέργειας εξακολουθούν να πιέζουν την οικονομία, όμως η σημαντική άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων περιπλέκει τις αποφάσεις της Φρανκφούρτης, καθώς αυξάνει ήδη το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και κυβερνήσεις.
Η ΕΚΤ έχει προχωρήσει σε δύο αυξήσεις επιτοκίων μέσα στο 2026, κατά 25 μονάδες βάσης τον Ιούνιο και άλλες 25 τον Σεπτέμβριο, ανεβάζοντας το επιτόκιο καταθέσεων από το 2% στο 2,5%. Η αλλαγή κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής συνδέεται με το νέο ενεργειακό σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, μετά τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου έχει τροφοδοτήσει ένα νέο κύμα ανατιμήσεων. Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη εκτινάχθηκε στο 3,8% τον Σεπτέμβριο, από 2,1% τον Φεβρουάριο, απομακρυνόμενος σημαντικά από τον στόχο του 2% που έχει θέσει η κεντρική τράπεζα.
Η ενέργεια οδηγεί τις ανατιμήσεις
Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η άνοδος του πληθωρισμού προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την ενέργεια, οι τιμές της οποίας αυξήθηκαν κατά 18,9% σε ετήσια βάση τον Σεπτέμβριο, όταν τον Φεβρουάριο είχαν καταγράψει μείωση 3,1%.
Αντίθετα, η μεταφορά των αυξήσεων του ενεργειακού κόστους στις υπόλοιπες κατηγορίες προϊόντων και υπηρεσιών παραμένει μέχρι στιγμής σχετικά περιορισμένη. Ο δομικός πληθωρισμός, που εξαιρεί τις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων, διαμορφώθηκε στο 2,5%, από 2,4% τον προηγούμενο μήνα, ενώ ο πληθωρισμός των υπηρεσιών έφτασε στο 3,2%.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί βασικό στοιχείο για τις αποφάσεις της ΕΚΤ. Εάν οι επιχειρήσεις αρχίσουν να μετακυλίουν σε μεγαλύτερη έκταση το αυξημένο ενεργειακό κόστος στις τελικές τιμές, οι πληθωριστικές πιέσεις θα μπορούσαν να αποκτήσουν μεγαλύτερη διάρκεια, καθιστώντας αναγκαία μια πιο περιοριστική νομισματική πολιτική.
Ωστόσο, η οικονομία της Ευρωζώνης βρίσκεται σήμερα σε διαφορετική κατάσταση σε σχέση με την περίοδο 2021-2022, όταν οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα, οι συνέπειες της πανδημίας και η ενεργειακή κρίση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία είχαν οδηγήσει τον πληθωρισμό σε διψήφια επίπεδα.
Σήμερα η ζήτηση είναι περισσότερο συγκρατημένη, ενώ τα νοικοκυριά δεν διαθέτουν την ίδια πρόσθετη ρευστότητα που είχε συσσωρευτεί κατά την πανδημία. Αυτό περιορίζει τα περιθώρια για γενικευμένες ανατιμήσεις, παρότι το υψηλό ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να επιβαρύνει επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Γιατί η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων αλλάζει τους υπολογισμούς
Ένας ακόμη παράγοντας που προβληματίζει την ΕΚΤ είναι η έντονη άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων στις διεθνείς αγορές. Οι υψηλότερες αποδόσεις σημαίνουν ακριβότερο δανεισμό για τα κράτη, αλλά και αυξημένο κόστος χρηματοδότησης για τις επιχειρήσεις που προσφεύγουν στις κεφαλαιαγορές.
Με τον τρόπο αυτό, οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες γίνονται αυστηρότερες ακόμη και χωρίς νέα παρέμβαση της κεντρικής τράπεζας. Η αύξηση του κόστους δανεισμού περιορίζει τις επενδύσεις και τη ζήτηση, λειτουργώντας παράλληλα ως παράγοντας συγκράτησης των πληθωριστικών πιέσεων.
Αυτό ακριβώς είναι το δίλημμα που αντιμετωπίζει η Φρανκφούρτη: από τη μία πλευρά, ο πληθωρισμός παραμένει σχεδόν διπλάσιος από τον στόχο της· από την άλλη, μια νέα αύξηση των επιτοκίων θα μπορούσε να επιβαρύνει περισσότερο μια οικονομία που ήδη δέχεται πιέσεις από το ακριβότερο χρήμα.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, είχε επισημάνει στα τέλη Σεπτεμβρίου, κατά την παρουσία της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ότι η σημαντική άνοδος των μακροπρόθεσμων επιτοκίων αναμένεται να επιβραδύνει την ανάπτυξη και να περιορίσει τη μετακύλιση του ενεργειακού κόστους στις τιμές περισσότερο από ό,τι είχε προβλεφθεί.
Ανάλογη εκτίμηση έχει διατυπώσει και ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, ο οποίος θεωρεί ότι η επίδραση του ενεργειακού σοκ πρέπει να αξιολογείται σε συνδυασμό με τις γενικότερες χρηματοπιστωτικές συνθήκες και την πορεία της οικονομικής δραστηριότητας.
Τι περιμένουν οι αγορές για τον Δεκέμβριο
Οι προσδοκίες των αναλυτών συγκλίνουν στη διατήρηση του επιτοκίου καταθέσεων στο 2,5% κατά τη συνεδρίαση της Πέμπτης, με το ενδιαφέρον να μεταφέρεται πλέον στον Δεκέμβριο.
Σε έρευνα του Reuters, που πραγματοποιήθηκε στις αρχές Οκτωβρίου, 70 από τους 73 οικονομολόγους προέβλεπαν ότι η ΕΚΤ δεν θα μεταβάλει τα επιτόκια αυτόν τον μήνα. Ωστόσο, 64 από τους συμμετέχοντες ανέμεναν νέα αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης τον Δεκέμβριο, στο 2,75%.
Οι αγορές χρήματος προεξοφλούν επίσης περαιτέρω αυξήσεις μέσα στους επόμενους μήνες, χωρίς πάντως να υπάρχει βεβαιότητα για τον τελικό αριθμό τους ή για το αν η ΕΚΤ θα κινηθεί με τον ίδιο ρυθμό όπως το προηγούμενο διάστημα.
Το γεγονός ότι η οικονομική δραστηριότητα στην Ευρωζώνη παραμένει ανθεκτική, αλλά αναπτύσσεται με σχετικά συγκρατημένους ρυθμούς, προσθέτει έναν ακόμη βαθμό δυσκολίας στις αποφάσεις. Οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και η πράσινη μετάβαση στηρίζουν την ανάπτυξη, ωστόσο δεν αναιρούν τις επιπτώσεις του υψηλού ενεργειακού κόστους και των αυστηρότερων χρηματοπιστωτικών συνθηκών.
Υπενθυμίζεται ότι η τελευταία αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο, όταν το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε νέα άνοδο κατά 25 μονάδες βάσης.
Η απόφαση της 29ης Οκτωβρίου αναμένεται, επομένως, να αποτυπώσει την προσπάθεια της ΕΚΤ να διατηρήσει τον έλεγχο του πληθωρισμού χωρίς να επιβαρύνει υπέρμετρα την οικονομική δραστηριότητα. Εξίσου σημαντικά με την ίδια την απόφαση θα είναι τα μηνύματα της Κριστίν Λαγκάρντ για την πορεία της νομισματικής πολιτικής τους τελευταίους μήνες του 2026.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.